Ο ανθρώπινος οργανισμός βασίζεται σε έξι κατηγορίες θρεπτικών συστατικών για τη βασική υγεία, τα οποία συχνά αποκαλούνται και ως «απαραίτητα» θρεπτικά συστατικά.

Ο λόγος που χαρακτηρίζονται έτσι είναι επειδή το σώμα δεν μπορεί να παράγει επαρκείς ποσότητες από μόνο του, οπότε είναι απαραίτητο να τα λαμβάνουμε μέσω της διατροφής. Αυτές οι έξι κατηγορίες περιλαμβάνουν τους υδατάνθρακες, τις πρωτεΐνες, τα λιπαρά (μακροθρεπτικά συστατικά), τις βιταμίνες, τα μέταλλα (μικροθρεπτικά συστατικά) και το νερό.

Ενώ οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες, τα λιπαρά και το νερό βρίσκονται συνήθως στη διατροφή μας χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, τα μικροθρεπτικά συστατικά – οι βιταμίνες και τα μέταλλα – συχνά παραμελούνται.

Ωστόσο, παίζουν πραγματικά κρίσιμο ρόλο, υποστηρίζοντας βασικές λειτουργίες, ενώ παράλληλα προστατεύουν το σώμα από το οξειδωτικό στρες. Και αυτό, όπως επισημαίνουν ειδικοί στο Eating Well, έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο ίσως φαντάζεστε.

Το οξειδωτικό στρες μπορεί να προκαλέσει βλάβες στα κύτταρα και να συμβάλει στη χρόνια φλεγμονή, έναν βασικό παράγοντα για παθήσεις όπως το εγκεφαλικό επεισόδιο -την τρίτη κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως.

Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο American Journal of Preventive Cardiology υποδεικνύει ότι οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β – συγκεκριμένα η Β1 (θειαμίνη), η Β2 (ριβοφλαβίνη) και η Β3 (νιασίνη) –  φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στη μείωση του κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Πώς έγινε η έρευνα

Οι ερευνητές επιδίωξαν να διερευνήσουν πώς η μακροχρόνια πρόσληψη βιταμινών Β (καθώς και τα επίπεδά τους στο αίμα) σχετίζεται με τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Για τον σκοπό αυτό, ανέλυσαν δεδομένα από δύο μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες στις ΗΠΑ, εξετάζοντας τόσο διατροφικά πρότυπα όσο και βιολογικούς δείκτες.

Η μελέτη Women’s Health Initiative (WHI) αποτελεί μία μακροχρόνια εθνική έρευνα για την υγεία των γυναικών, με περισσότερες από 160.000 μετεμμηνοπαυσιακές συμμετέχουσες. Για την παρούσα ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα διατροφής από περίπου 120.000 γυναίκες, μέσω ερωτηματολογίων συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων, ώστε να εκτιμηθεί η πρόσληψη βιταμινών Β από τη διατροφή και τα συμπληρώματα.

Το πρόγραμμα All of Us Research Program (AoU), που υλοποιείται από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, περιλαμβάνει πάνω από 600.000 ενήλικες. Στη συγκεκριμένη μελέτη αναλύθηκαν δεδομένα από σχεδόν 100.000 άτομα που είχαν υποβληθεί σε εξετάσεις αίματος για βιταμίνες Β, επιτρέποντας την αξιολόγηση των επιπέδων τους στον οργανισμό.

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα;

Συνδυάζοντας αυτά τα δύο μεγάλα και αξιόπιστα σύνολα δεδομένων, οι ερευνητές μπόρεσαν να συγκρίνουν πώς τόσο η αναφερόμενη πρόσληψη όσο και τα επίπεδα βιταμινών Β σχετίζονται με τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου με την πάροδο του χρόνου.

Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι υψηλότερη πρόσληψη θειαμίνης (Β1), ριβοφλαβίνης (Β2) και νιασίνης (Β3) συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου – παρέχοντας από τα πιο ισχυρά στοιχεία μέχρι σήμερα για τη σημασία αυτών των θρεπτικών συστατικών.

Επιπλέον, οι βιταμίνες Β6 (πυριδοξίνη) και Β9 (φυλλικό οξύ) έδειξαν επίσης συσχέτιση με μειωμένο κίνδυνο, αν και τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο σταθερά. Αυτό συμφωνεί με προηγούμενες έρευνες, ιδιαίτερα για το φυλλικό οξύ, το οποίο έχει μελετηθεί εκτενώς για τον πιθανό του ρόλο στην καρδιαγγειακή υγεία.

Τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν τόσο από τα διατροφικά δεδομένα όσο και από τις μετρήσεις αίματος, ενισχύοντας την υπόθεση ότι οι βιταμίνες αυτές μπορεί να διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην πρόληψη.

Πώς να αξιοποιήσετε τα ευρήματα στην καθημερινότητά σας

Υπάρχουν οκτώ βασικές βιταμίνες του συμπλέγματος Β: Β1 (θειαμίνη), Β2 (ριβοφλαβίνη), Β3 (νιασίνη), Β5 (παντοθενικό οξύ), Β6 (πυριδοξίνη), Β7 (βιοτίνη), Β9 (φυλλικό οξύ) και Β12 (κοβαλαμίνη).

Κάθε μία έχει μοναδικό ρόλο στην υποστήριξη της υγείας, ενώ όλες μαζί συμβάλλουν σε διαδικασίες όπως ο μεταβολισμός της ενέργειας, η λειτουργία των κυττάρων και η υγεία της καρδιάς.

Τα καλά νέα είναι ότι η ενίσχυση της πρόσληψης τους δεν χρειάζεται περίπλοκα διατροφικά προγράμματα. Πρόκειται για θρεπτικά συστατικά που βρίσκονται ευρέως σε καθημερινές τροφές και μάλιστα σε αυτές που αποτελούν μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής. Συγκεκριμένα:

  • Θειαμίνη (Β1): δημητριακά ολικής άλεσης (όπως καστανό ρύζι), χοιρινό, πουλερικά, σόγια, ξηρούς καρπούς, μπιζέλια, αποξηραμένα όσπρια και εμπλουτισμένα προϊόντα όπως ψωμί και δημητριακά πρωινού.
  • Ριβοφλαβίνη (Β2): αυγά, γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα και γιαούρτι, καθώς και εμπλουτισμένα δημητριακά.
  • Νιασίνη (Β3): πουλερικά, ψάρια, φιστίκια, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης και σπόρους.

Η κατανάλωση τροφών όπως δημητριακά ολικής άλεσης, άπαχες πρωτεΐνες, όσπρια, ξηροί καρποί και γαλακτοκομικά συμβάλλει σε μια διατροφή φιλική προς την καρδιά και παρέχει φυσικά τις απαραίτητες βιταμίνες Β.

Τι ισχύει για τα συμπληρώματα

Τα συμπληρώματα μπορεί να είναι χρήσιμα σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο το πιθανότερο είναι πως δεν θα τα χρειαστείτε εάν ακολουθείτε μια ισορροπημένη διατροφή. Σε κάθε περίπτωση αν σκέφτεστε να λάβετε σύμπλεγμα βιταμινών Β ή πολυβιταμίνη, είναι καλό να συμβουλευτείτε έναν γιατρό για να δείτε τι ταιριάζει στις ανάγκες σας.