27/7/2026
Οι ασθένειες που συνδέονται με το κολύμπι σε ποτάμια
Το κολύμπι σε ποτάμια και λίμνες, γνωστό και ως «wild swimming», γνωρίζει εντυπωσιακή άνοδο τα τελευταία χρόνια σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Η επαφή με το φυσικό υδάτινο περιβάλλον συνδέεται με σημαντικά οφέλη για την ψυχική υγεία και τη μείωση του άγχους, ωστόσο οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι κίνδυνοι για την υγεία δεν είναι αμελητέοι, ιδιαίτερα μετά από έντονες βροχοπτώσεις ή σε περιοχές όπου καταλήγουν λύματα και αγροτικές απορροές.
Οι υγειονομικές αρχές εκδίδουν τακτικά προειδοποιήσεις για ρύπανση και ασθένειες που σχετίζονται με τα φυσικά ύδατα, γεγονός που εγείρει το ερώτημα πόσο ασφαλές είναι πραγματικά το κολύμπι σε ποτάμια και λίμνες και πώς μπορεί κανείς να αξιολογήσει μόνος του τον κίνδυνο πριν βουτήξει.
Λύματα, τρωκτικά και τοξικά φύκια
Πριν από σχεδόν δύο αιώνες, οι υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με τη σοβαρή ρύπανση του ποταμού Τάμεση προκάλεσαν μια αφόρητη δυσοσμία, γνωστή ως η «Μεγάλη Δυσωδία», η οποία οδήγησε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις και στην κατασκευή νέου αποχετευτικού συστήματος στο Λονδίνο.
Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική. Ο Τάμεσης φιλοξενεί καθημερινά δεκάδες κολυμβητές, ενώ αντίστοιχες σκηνές παρατηρούνται σε ποτάμια όπως ο Σηκουάνας, ο Δούναβης και ο ποταμός Χάντσον. Στη Βασιλεία της Ελβετίας, μάλιστα, ορισμένες εταιρείες προσφέρουν στους νέους εργαζόμενους το χαρακτηριστικό αδιάβροχο σακίδιο «Wickelfisch», το οποίο χρησιμοποιούν οι κάτοικοι όταν κολυμπούν στον Ρήνο.
Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλες επενδύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων. Το Παρίσι επένδυσε περίπου 1,4 δισ. ευρώ στον καθαρισμό του Σηκουάνα, δημιουργώντας μια τεράστια υπόγεια δεξαμενή στο Οστερλίτζ, χωρητικότητας περίπου 50.000 κυβικών μέτρων, δηλαδή όσο περίπου 20 ολυμπιακές πισίνες, ώστε να συγκρατεί τα όμβρια ύδατα αντί να τα διοχετεύει απευθείας στον ποταμό.

Αντίστοιχα, στο Λονδίνο, ο υπόγειος αγωγός «Tideway», μήκους περίπου 25 χιλιομέτρων, μπορεί να αποθηκεύσει περίπου 1,6 εκατ. κυβικά μέτρα λυμάτων και βρόχινου νερού πριν αυτά οδηγηθούν σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις αυξάνουν κάθε χρόνο τον αριθμό των επίσημα αναγνωρισμένων περιοχών κολύμβησης.
Γιατί η βροχή αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο
Παρά τις βελτιώσεις στις υποδομές, μία μόνο καλοκαιρινή καταιγίδα μπορεί να ανατρέψει εβδομάδες θετικών αποτελεσμάτων στις μετρήσεις της ποιότητας του νερού, όπως αναφέρει το BBC.
Στις ΗΠΑ, τα όμβρια ύδατα και οι υπερχειλίσεις του αποχετευτικού δικτύου συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες πηγές ρύπανσης που οδηγούν σε προειδοποιήσεις ή ακόμη και στο κλείσιμο παραλιών και λιμνών.
Η καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Ιζαμπέλ Ντουτερέλο Σολέρ, εξηγεί ότι μετά από έντονες βροχοπτώσεις τα αστικά ποτάμια είναι συνήθως μικροβιολογικά ακατάλληλα για κολύμβηση για διάστημα από 24 έως 72 ώρες, κυρίως λόγω υπερχειλίσεων λυμάτων, απορροών και ανατάραξης των ιζημάτων.
Όπως επισημαίνει, όταν πέφτει υπερβολική βροχή τα αποχετευτικά συστήματα μπορεί να υπερφορτωθούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι εταιρείες ύδρευσης διοχετεύουν νερό αναμεμειγμένο με λύματα απευθείας στους ποταμούς μέσω ειδικών σημείων υπερχείλισης, προκειμένου να αποτραπεί η επιστροφή των λυμάτων σε κατοικίες ή η υπερφόρτωση των μονάδων επεξεργασίας.
Οι ασθένειες που συνδέονται με το κολύμπι σε ποτάμια
Σημαντικές επιδημίες λοιμωδών νοσημάτων έχουν καταγραφεί μεταξύ ανθρώπων που κολυμπούν σε φυσικά νερά, με τον μεγαλύτερο κίνδυνο να συνδέεται με την κατάποση νερού.
Οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν σταθερά ότι όσο μεγαλύτερη είναι η επαφή με το νερό και ιδιαίτερα η κατάποσή του, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος γαστρεντερικών λοιμώξεων. Τα μεγαλύτερα ποσοστά καταγράφονται σε δραστηριότητες όπως το σέρφινγκ, το coasteering και το ακραίο καγιάκ.
Τα παιδιά εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με τους ενήλικες, καθώς καταπίνουν μεγαλύτερες ποσότητες νερού κατά την κολύμβηση.
Οι περισσότερες λοιμώξεις προκαλούν διάρροια ή κράμπες στο στομάχι και υποχωρούν σχετικά γρήγορα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις τα παθογόνα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα.
Η λεπτοσπείρωση, μια βακτηριακή νόσος που μεταδίδεται μέσω των ούρων τρωκτικών και κτηνοτροφικών ζώων, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πολυοργανική ανεπάρκεια ή θάνατο. Αν και παραμένει σχετικά σπάνια στις εύκρατες χώρες, έχουν καταγραφεί επιδημίες μεταξύ αθλητών τριάθλου στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι κολυμπούσαν σε ανοιχτά νερά στο πλαίσιο των αγώνων τους.

Οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας συνιστούν την αποφυγή πλημμυρισμένων περιοχών και σημείων όπου υπάρχουν τρωκτικά. Παράλληλα, προτείνουν να αποφεύγεται όσο γίνεται η κατάποση νερού, να γίνεται ντους μετά το κολύμπι, να καλύπτονται εκδορές και τραύματα πριν από την είσοδο στο νερό και να ζητείται ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης πυρετού, ρίγους ή πονοκεφάλου μετά από κολύμπι σε ποτάμι.
Κυανοβακτήρια και ανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια
Τα αργά ή θερμά τμήματα των ποταμών ευνοούν επίσης την ανάπτυξη κυανοβακτηρίων, γνωστών και ως γαλαζοπράσινα φύκια. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να απελευθερώνουν τοξίνες που προκαλούν ερεθισμούς στο δέρμα και στα μάτια, ενώ σε σπανιότερες περιπτώσεις ενδέχεται να επηρεάσουν το ήπαρ ή το νευρικό σύστημα.
Ένας ακόμη κίνδυνος αφορά την αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά. Έρευνες δείχνουν ότι όσοι κάνουν συστηματικά σέρφινγκ έχουν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να φέρουν στο έντερό τους ανθεκτικά στα αντιβιοτικά στελέχη του βακτηρίου Escherichia coli (E. coli) σε σύγκριση με όσους δεν ασχολούνται με το άθλημα.
Η περιβαλλοντική μικροβιολόγος του Βρετανικού Κέντρου Οικολογίας και Υδρολογίας, Ίζομπελ Στάντον, αναφέρει ότι ανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια υπάρχουν στα ποτάμια και πιθανότατα προέρχονται από πηγές ρύπανσης, όπως οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων.
Η Ιζαμπέλ Ντουτερέλο Σολέρ επισημαίνει ότι η μικροβιακή αντοχή καθιστά οποιαδήποτε λοίμωξη δυσκολότερη στη θεραπεία.
Οι ειδικοί συνιστούν να αποφεύγεται το κολύμπι τις ημέρες που ακολουθούν έντονες καταιγίδες ή ισχυρές βροχές. Παράλληλα, οι λουόμενοι θα πρέπει να ελέγχουν αν το νερό είναι θολό, καφέ, παρουσιάζει αφρούς, επιφανειακές επικαθίσεις, πρασινωπό χρώμα, έντονη οσμή λυμάτων ή χημικών, καθώς και αν υπάρχουν νεκρά ψάρια, καθώς όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου.

Ασφαλέστερες θεωρούνται οι περιοχές που βρίσκονται μακριά από σημεία εκροής λυμάτων, μαρίνες και αγροτικές εκτάσεις με κτηνοτροφικές δραστηριότητες, ενώ είναι σημαντικό να υπάρχει εύκολη πρόσβαση για είσοδο και έξοδο από το νερό.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, όσους είναι ήδη άρρωστοι, έχουν ανοιχτές πληγές ή σκοπεύουν να κολυμπήσουν μαζί με παιδιά. Πέρα από τη ρύπανση, κινδύνους δημιουργούν επίσης τα κρύα νερά, τα ισχυρά ρεύματα και η κολύμβηση χωρίς την παρουσία άλλων ατόμων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών δεν είναι ότι τα ποτάμια πρέπει να αποφεύγονται, αλλά ότι η απόλαυση του κολυμπιού στη φύση προϋποθέτει σωστό χρονισμό, προσοχή στις συνθήκες και καλή γνώση της περιοχής.
Πηγή: https://www.newsbeast.gr
Πηγή φωτογραφιών: https://www.newsbeast.gr
