12/7/2026
Όταν μιλάμε για την προστασία της φύσης, σχεδόν όλοι σκεφτόμαστε τα δάση, τα σπάνια φυτά και τα απειλούμενα ζώα.
Πολύ λιγότεροι όμως αναρωτιούνται ποιος προστατεύει τα πετρώματα, τα απολιθώματα, τα σπήλαια, τους καταρράκτες, ή τους γεωλογικούς σχηματισμούς που αφηγούνται την ιστορία της Γης.
Η γεωποικιλότητα, που αντιπροσωπεύει την ποικιλία των πετρωμάτων, των ορυκτών, των γεωμορφών και των γεωλογικών διεργασιών, ενώ πάνω σε αυτήν στηρίζεται η ίδια η βιοποικιλότητα, παραμένει μέχρι σήμερα ο «σιωπηλός» πυλώνας του φυσικού περιβάλλοντος [1].
Η ασυμμετρία αυτή δεν οφείλεται μόνο σε ελλείψεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Έχει πολύ βαθύτερες ιστορικές και φιλοσοφικές ρίζες.
Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη φύση διαμορφώθηκε κυρίως κατά την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα, όταν η ευρωπαϊκή σκέψη εγκατέλειψε σταδιακά την εικόνα της Γης ως ενός οργανικού κόσμου και υιοθέτησε μια περισσότερο μηχανιστική αντίληψη της φύσης [2].
Από τον Βάκωνα στον Καρτέσιο: Η αλλαγή της αντίληψης για τη φύση
Στη διαμόρφωση αυτής της νέας κοσμοθεωρίας ξεχωρίζουν δύο μορφές. Ο Francis Bacon (1561–1626), γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία ως Φράνσις Μπέικον και παλαιότερα ως Βάκωνας, από τις σημαντικότερες μορφές της πρώιμης Επιστημονικής Επανάστασης, υποστήριξε στο Novum Organum (1620) ότι σκοπός της επιστήμης είναι η απόκτηση γνώσης που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να κατανοήσει και να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τη φύση μέσω της εμπειρικής παρατήρησης και του πειράματος [3]. Η γνωστή ρήση scientia potentia est («η γνώση είναι δύναμη») συμπυκνώνει αυτή τη νέα αντίληψη.
