7/5/2026
Στο επίκεντρο ενός σύνθετου ενεργειακού παζλ, μεταξύ της ΔΕΗ, του ΑΔΜΗΕ, της ΡΑΑΕΥ και του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας βρίσκεται το μέλλον της Πτολεμαΐδα 5, με τις τελικές αποφάσεις για την τύχη της πλέον σύγχρονης λιγνιτικής μονάδας της χώρας να μετατίθενται ουσιαστικά προς το φθινόπωρο, εν μέσω έντονου παρασκηνίου, αντικρουόμενων εισηγήσεων και πολιτικών διαφωνιών.
Ο χρόνος αυτός κρίνεται σκόπιμος καθώς εκτιμάται ότι μέχρι τότε θα έχει διαμορφωθεί πιο καθαρή εικόνα τόσο για τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας όσο και για τη γεωπολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα για την αξιολόγηση της ενεργειακής ασφάλειας και των αναγκών επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος.
Παρότι ο επίσημος σχεδιασμός προβλέπει την απόσυρση της μονάδας τον Σεπτέμβριο του 2026 και τη μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου, το τελευταίο διάστημα ενισχύονται τα σενάρια για μια μεταβατική λύση που θα κρατήσει την Πτολεμαΐδα 5 διαθέσιμη ως στρατηγική εφεδρεία, τουλάχιστον για ένα διάστημα 6 μηνών μετά την προγραμματισμένη παύση της λιγνιτικής λειτουργίας.
Η ΔΕΗ φαίνεται να έχει διαμηνύσει προς όλες τις πλευρές ότι το κόστος μιας μεταβατικής λειτουργίας δεν είναι αμελητέο, εκτιμώντας ότι η διατήρηση της μονάδας σε καθεστώς εφεδρείας για ένα επιπλέον εξάμηνο θα μπορούσε να επιβαρύνει το σύστημα από 130-150 εκατ. ευρώ.
Το οικονομικό αυτό βάρος αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η συζήτηση γύρω από την προσωρινή παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 παραμένει εξαιρετικά σύνθετη άσκηση.
Τα σενάρια στο τραπέζι
Στο πλαίσιο αυτό σύμφωνα με πληροφορίες, και αφού αξιολογηθούν όλες οι συνθήκες, στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και ένα μοντέλο περιορισμένης διαθεσιμότητας της μονάδας, κυρίως για τους χειμερινούς μήνες, που θα μετριάσει και το κόστος για το ειδικό καθεστώς αποζημίωσης. Οι σχετικές συζητήσεις συνδέονται άμεσα με τις ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας εν μέσω ενός εξαιρετικά εύθραυστου και αβέβαιου γεωπολιτικού σκηνικού που εξακολουθεί να επηρεάζει τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας.
Το αίτημα για εξάμηνη διατήρηση της μονάδας έχει απευθύνει με επιστολή του, προς το ΥΠΕΝ, την ΔΕΗ και την ΡΑΑΕΥ, ο ΑΔΜΗΕ τον περασμένο μήνα, επικαλούμενος λόγους ενεργειακής ασφάλειας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη διατήρησης διαθέσιμης θερμικής ισχύος επανέρχεται στο προσκήνιο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η γραμμή Τσάφου και το επιχείρημα του οικονομικού βάρους
Πίσω από τις τεχνικές και ρυθμιστικές διεργασίες εξελίσσεται και ένα έντονο πολιτικό παρασκήνιο στο εσωτερικό του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις για το μέλλον της τελευταίας μεγάλης λιγνιτικής μονάδας της χώρας.
Ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος εμφανίζεται ως ένθερμος υποστηρικτής του οριστικού τέλους της λιγνιτικής παραγωγής και της πλήρους απόσυρσης της μονάδας χωρίς νέα παράταση. Τη θέση αυτή έχει εκφράσει επανειλημμένα και δημόσια, μέσα από παρεμβάσεις και αρθρογραφία, περιγράφοντας την απολιγνιτοποίηση ως «οικονομικό και τεχνολογικό μονόδρομο».
Σε πρόσφατο μάλιστα άρθρο του στην Καθημερινή, σημειώνει ότι «τη χαριστική βολή στον λιγνίτη έδωσε το σύστημα εμπορίας ρύπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», υπενθυμίζοντας ότι οι τιμές των δικαιωμάτων CO₂ από περίπου 6 ευρώ ανά τόνο την περίοδο 2012-2017 έχουν πλέον φτάσει κοντά στα 75 ευρώ/τόνο.
Ειδικά για την Πτολεμαΐδα 5, ο ίδιος υποστηρίζει ότι μόνο το κόστος ρύπων ανέρχεται περίπου στα 85 ευρώ ανά μεγαβατώρα παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να συνυπολογίζονται το κόστος εξόρυξης λιγνίτη και λειτουργίας της μονάδας. Επικαλείται μάλιστα τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά αξιοποίησης του σταθμού, αναφέροντας ότι το 2024 η μονάδα λειτούργησε μόλις στο 19% της ισχύος της, ενώ φέτος η συμμετοχή της κινείται ακόμη χαμηλότερα, περίπου στο 7%.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο υφυπουργός τονίζει ότι «τα εθνικά καύσιμα της χώρας είναι ο ήλιος και ο άνεμος», υποστηρίζοντας ότι οι ΑΠΕ έχουν ήδη μετατρέψει την Ελλάδα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας και έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση από τις χαμηλότερες χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος στην Ευρώπη.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπάρχουν και διαφορετικές προσεγγίσεις, που αντιμετωπίζουν πιο επιφυλακτικά το ενδεχόμενο οριστικού λουκέτου στην Πτολεμαΐδα 5. Κυβερνητικά στελέχη με περισσότερο πολιτική παρά τεχνοκρατική προσέγγιση του ζητήματος εκτιμούν ότι η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει τουλάχιστον μία λιγνιτική μονάδα ως στρατηγική εφεδρεία, ειδικά σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και μεταβλητότητας στις αγορές ενέργειας.
Ο Άγιος Δημήτριος και το κρίσιμο φθινόπωρο
Σε αντίθεση με άλλες λιγνιτικές μονάδες της Δυτικής Μακεδονίας, για την Πτολεμαΐδα 5 φαίνεται να παραμένει – τουλάχιστον τεχνικά – ανοικτό το ενδεχόμενο επαναφοράς της σε λειτουργία στο μέλλον, ακόμη και αν διακοπεί η κανονική λειτουργία της. Παράγοντες με γνώση των σχετικών συζητήσεων σημειώνουν ότι η μονάδα μπορεί να τεθεί εκτός παραγωγής χωρίς αυτό να σημαίνει οριστική απώλεια της δυνατότητας επανεκκίνησης, εφόσον υπάρξουν στο μέλλον ανάγκες επάρκειας ισχύος.
Ωστόσο, διευκρινίζουν ότι ένα τέτοιο σενάριο μόνο εύκολο δεν θεωρείται, καθώς θα απαιτούσε εκ νέου ενεργοποίηση της λιγνιτικής δραστηριότητας, επαναφορά εξορύξεων και αποκατάσταση της εφοδιαστικής αλυσίδας καυσίμου, διαδικασία που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα χρονοβόρα και κοστοβόρα.
Αντίθετα, στην περίπτωση του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, πηγές της αγοράς αναφέρουν ότι οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις data centers προβλέπεται να εγκατασταθούν σε εκτάσεις που σήμερα συνδέονται άμεσα με τη λιγνιτική λειτουργία και την απόθεση καυσίμου. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα απέκλειε ουσιαστικά οποιοδήποτε μελλοντικό σενάριο επαναλειτουργίας των μονάδων, καθώς η αλλαγή χρήσης των υποδομών θα καθιστούσε πρακτικά μη αναστρέψιμο το κλείσιμό τους.
Το ιστορικό της μονάδας
Από τη σύλληψη του έργου της Πτολεμαίδας 5 έως την εμπορική της λειτουργία μεσολάβησαν σχεδόν δύο δεκαετίες. Η μονάδα που υπήρξε η τελευταία μεγάλη λιγνιτική επένδυση της χώρας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ξεκίνησε να κατασκευάζεται πριν από περίπου δέκα χρόνια και μπήκε σε εμπορική λειτουργία την άνοιξη του 2023.
Παρά το βαρύ αυτό αποτύπωμα, η επιχείρηση έχει ήδη δρομολογήσει τον μετασχηματισμό της μονάδας στη μεταλιγνιτική εποχή, προχωρώντας σε νέο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους άνω των 400 εκατ. ευρώ με ανάδοχο την ΤΕΡΝΑ, η οποία και το κατασκεύασε.
Ο σχεδιασμός προβλέπει σε πρώτη φάση τη μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου ανοιχτού κύκλου ισχύος 350 MW και, σε επόμενο στάδιο, την αναβάθμισή της σε μονάδα συνδυασμένου κύκλου με εγκατεστημένη ισχύ άνω των 1.000 MW.
Πηγή: https://www.newmoney.gr
Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com
