Πόσο δύσκολο θα ήταν να σας αντικαταστήσει κάποιος; Όχι σε μια θέση εργασίας, αλλά σε μια ερωτική σχέση. Εάν ο σύντροφός σας σάς έχανε αύριο, πόσο εύκολο θα ήταν να βρει έναν άνθρωπο με τη δική σας εμφάνιση, τη συναισθηματική σας σταθερότητα και την οικονομική σας κατάσταση;

Προσπαθήστε να απαντήσετε στην ίδια ερώτηση για τον/την σύντροφό σας. Και παρατηρήστε σε ποια από τις δύο εκτιμήσεις η ευκολία «αντικατάστασης» είναι μεγαλύτερη.

Σύμφωνα με νέα έρευνα, αυτή η διαφορά – και πιο συγκεκριμένα η πλευρά στην οποία πιστεύετε ότι βρίσκεστε – συνδέεται με τη ζήλια και τους συχνούς τσακωμούς ενός ζευγαριού.

Στο «μικροσκόπιο» μονογαμικές αλλά και πιο ανοιχτές σχέσεις

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Τμήματος Ψυχολογίας του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Τέξας, σε συνεργασία με επιστήμονες που συνδέονται με το Ινστιτούτο Kinsey, και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Evolution and Human Behavior.

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, οι άνθρωποι που θεωρούσαν ότι ήταν πιο εύκολο να αντικατασταθούν στη σχέση ανέφεραν περισσότερες συγκρούσεις και μεγαλύτερη επαγρύπνηση απέναντι σε πιθανούς ερωτικούς ανταγωνιστές. Το εύρημα ίσχυε τόσο για τις αυστηρά μονογαμικές όσο και για τις πιο ανοιχτές σχέσεις.

Αφετηρία της έρευνας αποτέλεσε ένα κενό που οι επιστήμονες είχαν εντοπίσει εδώ και καιρό. Παρότι οι άνθρωποι έχουν μακρά ιστορία διαφορετικών και ευέλικτων μορφών ερωτικών σχέσεων, η επιστήμη των σχέσεων εξακολουθεί να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα μονογαμικά ζευγάρια.

Οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν εάν οι εξελικτικοί μηχανισμοί που συνδέονται με τη ζήλια, τις συγκρούσεις και την προσπάθεια διατήρησης ενός συντρόφου λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο στις συναινετικά μη μονογαμικές σχέσεις ή εάν οι άνθρωποι που επιλέγουν τέτοιου είδους σχέσεις καταφέρνουν να προσαρμοστούν και να περιορίσουν αυτές τις αντιδράσεις.

Έρευνα σε 512 ανθρώπους από 62 χώρες

Στη μελέτη συμμετείχαν 312 άτομα που βρίσκονταν σε μονογαμικές σχέσεις και 200 άτομα σε συναινετικά μη μονογαμικές σχέσεις. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από συνολικά 62 χώρες, ενώ η μέση ηλικία τους ήταν περίπου 35 έτη.

Ωστόσο, οι επιστήμονες επισήμαναν έναν σημαντικό περιορισμό: το δείγμα αποτελούνταν σε μεγαλύτερο βαθμό από γυναίκες και κατοίκους της Ευρώπης ή της Βόρειας Αμερικής. Αυτό περιορίζει τον βαθμό στον οποίο τα αποτελέσματα μπορούν να γενικευτούν σε διαφορετικούς πληθυσμούς, παγκοσμίως. Ωστόσο αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης στις δυτικές κοινωνίες.

Όπως εξήγησαν ερευνητές στο Psypost, η ομάδα των μη μονογαμικών συμμετεχόντων δεν προστέθηκε απλώς από περιέργεια. Αποτελούσε ουσιαστικά το πιο απαιτητικό τεστ για την ερευνητική υπόθεση. Σε μια μονογαμική σχέση, οι πιθανοί ανταγωνιστές είναι συνήθως υποθετικοί. Οι σύντροφοι τούς φαντάζονται. Σε μια ανοιχτή σχέση, όμως, οι άλλοι σύντροφοι έχουν ονόματα και πρόσωπα.

Εάν η αίσθηση ότι κάποιος υστερεί απέναντι σε «φανταστικούς» ερωτικούς ανταγωνιστές προκαλεί συγκρούσεις, τότε οι ανοιχτές σχέσεις αποτελούν τον χώρο όπου αυτές οι συγκρίσεις συμβαίνουν φανερά. Επομένως, εκεί θα έπρεπε να εμφανίζεται εντονότερα το συγκεκριμένο φαινόμενο.

Ο ορισμός της «αξίας ως συντρόφου»

Οι μετρήσεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ιδιαίτερα συγκεκριμένες για ένα τόσο σύνθετο και υποκειμενικό θέμα, όπως αναφέρεται στο Bolde. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτιμήσουν πόσο εύκολα θα μπορούσαν να αντικατασταθούν σε επιμέρους τομείς, όπως:

  • η ελκυστικότητα βάσει εμφάνισης,
  • η συναισθηματική σταθερότητα,
  • οι οικονομικοί πόροι.

Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «αξία ως συντρόφου» για να περιγράψουν τη συνολική ελκυστικότητα ενός ανθρώπου ως ερωτικού συντρόφου. Η διαφορά ανάμεσα στην αξία που αποδίδει κάποιος στον εαυτό του και σε εκείνη που αποδίδει στον σύντροφό του ονομάζεται «διαφορά αξίας συντρόφου». Αναμφίβολα πρόκειται για μια ψυχρή και καθόλου ρομαντική ορολογία, αποτελεί όμως έναν «μύχιο» υπολογισμό που πολλοί άνθρωποι πιθανότατα έχουν κάνει μόνοι τους, όταν διάφορες σκέψεις στριφογυρίζουν στο μυαλό τους.

Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά τους. Πόσο συχνά τσακώνονταν με κάθε σύντροφο; Πόσο θα τους αναστάτωνε εάν ο σύντροφός τους ερχόταν σε ερωτική επαφή με κάποιον άλλο; Και, κυρίως, πόσο συχνά έκαναν πράγματα με στόχο να διατηρήσουν τον σύντροφό τους;

Οι ερευνητές χωρίζουν αυτές τις συμπεριφορές σε δύο βασικές κατηγορίες. Οι τακτικές «παροχής οφέλους» είναι οι πιο θετικές και τρυφερές: δώρα, στοργή, εμφανείς εκδηλώσεις αγάπης και φροντίδας. Οι τακτικές επιβολής κόστους είναι οι πιο αρνητικές: προσπάθεια μονοπώλησης του χρόνου του συντρόφου ή υποτίμηση και δυσφήμιση πιθανών ανταγωνιστών.

Η έρευνα μέτρησε επίσης τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου, δηλαδή την τάση ενός ανθρώπου να αντιμετωπίζει άλλους άνδρες ή άλλες γυναίκες ως πιθανούς ερωτικούς αντιπάλους.

Πώς λειτουργούν πραγματικά οι ανοιχτές σχέσεις

Οι συμμετέχοντες που βρίσκονταν σε μη μονογαμικές σχέσεις απάντησαν και σε επιπλέον ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των σχέσεών τους. Οι επιστήμονες εξέτασαν εάν οι σύντροφοι:

  • αποκάλυπταν την έλξη τους για άλλα άτομα,
  • συζητούσαν ανοιχτά τη ζήλια,
  • κατέτασσαν τους συντρόφους σε μια ιεραρχία,
  • μοίραζαν χρόνο και χρήματα ανάμεσα στους συντρόφους,
  • θα βοηθούσαν στην ανατροφή των παιδιών ενός συντρόφου,
  • ένιωθαν χαρά όταν ο σύντροφός τους είχε ερωτική σχέση με κάποιον άλλο.

Το τελευταίο σημείο, δηλαδή η αίσθηση χαράς όταν ο σύντροφός τους είχε μια ερωτική σχέση με κάποιον άλλον, περιγράφεται με τον όρο «compersion» και αφορά το αίσθημα χαράς ή ικανοποίησης που μπορεί να βιώσει κάποιος όταν ο σύντροφός του συνδέεται ερωτικά με ένα άλλο άτομο.

Όσοι αισθάνονταν λιγότερο επιθυμητοί τσακώνονταν περισσότερο

Τόσο στις μονογαμικές όσο και στις μη μονογαμικές σχέσεις, οι άνθρωποι που θεωρούσαν ότι είχαν χαμηλότερη «αξία» ως σύντροφοι ανέφεραν περισσότερες συγκρούσεις και μεγαλύτερο ανταγωνισμό απέναντι σε πιθανούς αντιπάλους.

Όπως εξηγούν οι ερευνητές στο Psypost, η εξελικτική εξήγηση είναι ότι, όταν κάποιος αισθάνεται πως αποτελεί το πιο εύκολα αντικαταστάσιμο μέλος ενός ζευγαριού, ο μηχανισμός ανίχνευσης απειλών βρίσκεται σε αυξημένη ετοιμότητα. Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή, στο εξελικτικό παρελθόν, η απώλεια ενός πολύτιμου συντρόφου θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες ακόμη και για την επιβίωση ενός ανθρώπου.

Ένα σύστημα ανίχνευσης απειλών που λειτουργεί συνεχώς στο μέγιστο δεν εκδηλώνεται απαραίτητα ως φόβος. Συχνά εμφανίζεται ως ένταση και τριβή: συνεχείς έλεγχοι, δοκιμασίες, υποψίες και καβγάδες ακόμη και για άσχετα πράγματα, όπως για τα άπλυτα πιάτα, που στην πραγματικότητα αφορούν αυτή την «ανασφάλεια».

Το κρίσιμο εύρημα της μελέτης για τη ζήλια

Το πιο χρήσιμο εύρημα της μελέτης βρίσκεται ακόμη βαθύτερα. Δεν ήταν το πόσο πιθανόν ελκυστικός/η είναι ο/η σύντροφος αυτό που προκαλούσε το πρόβλημα. Ούτε καν το πραγματικό μέγεθος της διαφοράς ανάμεσα στους δύο ανθρώπους.

Το σημαντικότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι συμμετέχοντες αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους. Το πώς αξιολογεί ένας άνθρωπος τη δική του αξία εξηγεί περισσότερα για τις συγκρούσεις και τον ανταγωνισμό από όσα εξηγεί η αξιολόγηση του συντρόφου του.

Αυτό αλλάζει ουσιαστικά το σημείο στο οποίο εντοπίζεται η πηγή του προβλήματος. Ο παράγοντας που γεννά τις συγκρούσεις δεν είναι απαραίτητα ότι κάποιος έχει σχέση με έναν άνθρωπο που θεωρείται «ανώτερός του». Είναι η προσωπική, ανεξέλεγκτη και ενδεχομένως λανθασμένη εκτίμησή του για το πού ακριβώς «τοποθετείται» ο ίδιος.

Η ερωτική ανασφάλεια δεν εκφράζεται πάντα ως ζήλια

Οι ερευνητές ήρθαν αντιμέτωποι και με ένα ακόμη απροσδόκητο εύρημα. Οι κλασικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες διαφορές στην «αξία» των συντρόφων θα έπρεπε να αυξάνουν τη ζήλια και τις συμπεριφορές διατήρησης του βασικού συντρόφου.

Στη συγκεκριμένη έρευνα, όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε με σταθερό και συνεπή τρόπο. Τα πιο αξιόπιστα χαρακτηριστικά της αίσθησης ότι κάποιος υστερεί ήταν οι συγκρούσεις και ο ανταγωνισμός – όχι οι κτητικές συμπεριφορές (πχ ζήλια) που θα περίμεναν οι περισσότεροι. Αυτό οδηγεί σε ένα σημαντικό συμπέρασμα: η ερωτική ανασφάλεια συνήθως δεν μοιάζει με ζήλια. Μοιάζει με καβγά.

Ποια η διαφορά των ανθρώπων που έχουν ανοιχτές σχέσεις

Τα δεδομένα από τις ανοιχτές σχέσεις επιφύλασσαν ορισμένες εκπλήξεις. Αρχικά, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες που βρίσκονταν σε μη μονογαμικές σχέσεις ανέφεραν λιγότερη σεξουαλική και κτητική ζήλια σε σύγκριση με τους ανθρώπους που βρίσκονταν σε μονογαμικές σχέσεις.

Όποια άλλα χαρακτηριστικά και αν περιλαμβάνουν αυτές οι σχέσεις, η έντονη κτητικότητα δεν φαίνεται να αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημά τους. Παράλληλα, οι πρακτικές που ακολουθούσαν οι σύντροφοι αποδείχθηκαν σημαντικές και μπορούσαν να επηρεάσουν τη σχέση τόσο θετικά όσο και αρνητικά.

Οι μη μονογαμικοί συμμετέχοντες που αποκάλυπταν τις έλξεις τους, συζητούσαν ανοιχτά για τη ζήλια και ένιωθαν χαρά για τις ερωτικές σχέσεις του συντρόφου τους ανέφεραν λιγότερες συγκρούσεις και χαμηλότερα επίπεδα ζήλιας. Αυτό ήταν και το πιο ενθαρρυντικό σημείο της μελέτης. Οι εξελικτικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι «αρχέγονοι», αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι τούς διαχειρίζονται αποδεικνύεται ευέλικτος και επηρεάζεται από την επικοινωνία, την εμπιστοσύνη και τη διαπραγμάτευση.

Μία δημοφιλής πρακτική, ωστόσο, στις ανοιχτές σχέσεις φάνηκε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Η κατάταξη των συντρόφων σε μια ιεραρχία – με την επίσημη αναγνώριση ενός ατόμου ως «κύριου» συντρόφου και των υπολοίπων ως «δευτερευόντων» – συνδέθηκε με συχνότερες συγκρούσεις, περισσότερη ζήλια και εντονότερες συμπεριφορές διατήρησης του συντρόφου.

Οι διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες

Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα κινήθηκαν σε γνώριμα εξελικτικά μοτίβα. Οι άνδρες που αξιολογούσαν χαμηλά τη δική τους αξία ήταν πιθανότερο να βλέπουν άλλους άνδρες ως ανταγωνιστές. Το εύρημα αυτό θεωρείται συμβατό με μια αυξημένη ανάγκη ανταγωνισμού για την πρόσβαση σε μια σύντροφο.

Στις μονογαμικές σχέσεις, οι γυναίκες εμφάνιζαν το αντίστροφο μοτίβο. Ο ανταγωνισμός τους αυξανόταν όταν θεωρούσαν ότι ο σύντροφός τους ήταν ιδιαίτερα επιθυμητός. Οι ερευνητές ερμήνευσαν αυτή τη συμπεριφορά ως μια μακροπρόθεσμη προσπάθεια προστασίας και διατήρησης ενός ήδη σταθερού και πολύτιμου δεσμού.

Οι σημαντικοί περιορισμοί της μελέτης

Οι ίδιοι οι επιστήμονες έσπευσαν να περιορίσουν το εύρος των συμπερασμάτων τους. Οι ανθρώπινες – και κατ’ επέκταση οι ερωτικές – σχέσεις είναι εξαιρετικά περίπλοκες.

Η αντίληψη της προσωπικής αξίας αποτελεί μόνο ένα από τα πολλά στοιχεία που επηρεάζουν μια σχέση. Δίπλα της βρίσκονται το στιλ συναισθηματικού δεσμού, η εμπιστοσύνη, η προσωπικότητα, η επικοινωνία και το κοινό παρελθόν του ζευγαριού.

Επίσης, είναι εξαιρετικά πιθανό η συνεχής ζωή μέσα σε μια σχέση γεμάτη συγκρούσεις να είναι αυτή που διαβρώνει την αίσθηση προσωπικής αξίας ενός ανθρώπου και να μην είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση αυτή που προκαλεί εξαρχής τις συγκρούσεις. Αυτό θα σήμαινε ότι το αίσθημα πως κάποιος μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί αποτελεί σύμπτωμα των συνεχών καβγάδων και όχι ακριβή αξιολόγηση της πραγματικής του αξίας.

Το επόμενο βήμα για τους ερευνητές είναι η συλλογή διαχρονικών δεδομένων και από τα δύο μέλη ενός ζευγαριού, αντί να εξετάζεται μόνο η οπτική του ενός συντρόφου. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη δυναμική μεταβάλλεται στην πορεία του χρόνου.

Η κίνηση που αποδυναμώνει το αρχέγονο αίσθημα της ζήλιας

Μέχρι να υπάρξουν περισσότερα δεδομένα, η απλούστερη μετάφραση των ευρημάτων στην καθημερινή ζωή είναι η εξής: Εάν ο ένας άνθρωπος μέσα σε μια σχέση προκαλεί διαρκώς εντάσεις που μοιάζουν δυσανάλογες σε σχέση με τις πραγματικές αφορμές, η πιο χρήσιμη ερώτηση πιθανότατα δεν είναι «γιατί συμπεριφέρεσαι έτσι;». Ίσως θα ήταν προτιμότερο να ρωτήσει κανείς: «Γνωρίζεις πραγματικά πόσο σημαντικός είσαι και πόσο δύσκολα μπορεί κάποιος να σε “αντικαταστήσει”;».

Όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα, οι άνθρωποι που στις σχέσεις τους συζητούσαν άμεσα και συνειδητά για τη ζήλια, πριν αυτή μετατραπεί σε πικρία και απογοήτευση, είχαν μετρήσιμα λιγότερες συγκρούσεις. Το αίσθημα ότι ένας άνθρωπος μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί ενδέχεται να έχει ρίζες παλαιότερες ακόμη και από την ίδια τη γλώσσα. Η συζήτηση που μπορεί να το εξουδετερώσει, όμως, είναι διαθέσιμη σε κάθε σχέση που είναι πρόθυμη να την κάνει.