Υπάρχει μια φράση που λέγεται πολύ εύκολα όταν ένας άνθρωπος μεγαλώνει: «Είναι η ηλικία». Αρχίζει να περπατά πιο αργά. Δυσκολεύεται να στρίψει, χάνει την ισορροπία του. Ξεχνά μια συζήτηση και κάνει ξανά την ίδια ερώτηση. Αργότερα μπορεί να εμφανίσει προβλήματα στην ούρηση.

Και η οικογένεια αρχίζει, σχεδόν ανεπαίσθητα, να προσαρμόζεται σε μια νέα πραγματικότητα. Ίσως είναι άνοια. Ίσως Πάρκινσον. Ίσως απλώς γερνάει. Μόνο που μερικές φορές δεν είναι τίποτα από αυτά.

Ο Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης είναι μια ιδιαίτερη νευρολογική κατάσταση, γιατί μπορεί να μιμηθεί προβλήματα που έχουμε συνδέσει με το γήρας και τις νευροεκφυλιστικές νόσους. Έχει όμως μια κρίσιμη διαφορά: μπορεί να είναι αναστρέψιμος. Και αυτή η μία λέξη αλλάζει ολόκληρη την ιστορία.

Γιατί, όπως εξηγεί στο Newsbeast ο Καθηγητής Νευροχειρουργικής της Κλινικής Νευροχειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός» και υπεύθυνος του Πειραματικού Εργαστηρίου Νευροχειρουργικής Ανατομίας, Γεώργιος Στράντζαλης, όταν η διάγνωση γίνει σε αρχικό στάδιο και δεν συνυπάρχει άλλο νευροεκφυλιστικό νόσημα, μετά τη χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να υπάρξει ακόμη και πλήρης επάνοδος στη μνήμη, τη βάδιση και την ούρηση.

Ο Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης χαρακτηρίζεται συχνά ως μία υποδιαγνωσμένη αλλά δυνητικά αναστρέψιμη αιτία νοητικής έκπτωσης. Πόσο συχνά μπορεί ένας ασθενής να θεωρηθεί ότι απλώς «γερνά», ότι πάσχει από άνοια ή νόσο Πάρκινσον, ενώ στην πραγματικότητα έχει Υδροκέφαλο Φυσιολογικής Πίεσης; Ποια σημάδια πρέπει να κινητοποιήσουν την οικογένεια αλλά και τον γιατρό;

Ο ΥΦΠ είναι μια αναστρέψιμη αιτία νοητικής έκπτωσης. Η υποδιάγνωση είναι ένας μύθος. Δεν υπάρχουν αποδείξεις που να συνηγορούν υπέρ της. Απλώς στην καθημερινή πράξη εξετάζουμε ασθενείς με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης σε προχωρημένο στάδιο διότι αρχικά θεωρήθηκε ότι έπασχαν από άλλη νευρολογική νόσο, όπως π.χ. άνοια, κατάθλιψη, νόσο Parkinson κ.λπ.

Τα συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιήσουν τον ασθενή, τους οικείους, ή τον γιατρό είναι οι διαταραχές στην πρόσφατη μνήμη (π.χ. επανάληψη ίδιων ερωτήσεων), και η δυσκολία στη βάδιση – ισορροπία (αρχικά στη στροφή ή αλλαγή πορείας ή επί του συνόλου), όταν συνδυάζονται ή όχι με διαταραχές στην ούρηση.

Η νόσος έχει συνδεθεί με την κλασική τριάδα της διαταραχής της βάδισης, της νοητικής έκπτωσης και της ακράτειας ούρων. Πρέπει να περιμένουμε να εμφανιστούν και τα τρία συμπτώματα για να υποψιαστούμε Υδροκέφαλο Φυσιολογικής Πίεσης; Ποιο εμφανίζεται συνήθως πρώτο και σε ποιο στάδιο θα πρέπει ο ασθενής να παραπέμπεται για εξειδικευμένη διερεύνηση;

Μόνο το ένα σύμπτωμα της «τριάδας» αρκεί να υπάρχει για να απευθυνθεί ο πάσχων στον νευρολόγο. Κατά κανόνα η διαταραχή στη βάδιση είναι το προεξάρχον σύμπτωμα και αυτό που εμφανίζεται στα πιο αρχικά στάδια της νόσου. Όπως και σε όλα τα προβλήματα υγείας, έτσι και στον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης, ο ασθενής θα πρέπει να παραπέμπεται σε νευρολόγο στην αρχική – ήπια δυσκολία στη βάδιση.

Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να αναδείξει χαρακτηριστικά ευρήματα, όμως η διάγνωση δεν βασίζεται σε μία εικόνα. Πόσο κοντά βρισκόμαστε σήμερα στο να έχουμε απεικονιστικούς ή βιολογικούς δείκτες που θα μας επιτρέπουν να ξεχωρίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον Υδροκέφαλο Φυσιολογικής Πίεσης από τη νόσο Alzheimer και άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις;

Σήμερα, με τη χρήση της μαγνητικής τομογραφίας μπορούμε να αναδείξουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης, τα οποία κατά κανόνα είναι 6. Οι βιολογικοί δείκτες δεν είναι ακόμα αξιόπιστοι για να το ξεχωρίσουμε από άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπως Alzheimer, Parkinson, κ.λπ.

Είναι δύσκολο να προβλέψετε ποιος ασθενής θα ωφεληθεί πραγματικά από την τοποθέτηση βαλβίδας; Πώς γίνεται σήμερα αυτή η επιλογή; Τι πληροφορίες σάς δίνει το tap test (αφαίρεση εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω παρακέντησης στη σπονδυλική στήλη) και οι υπόλοιπες διαγνωστικές δοκιμασίες; Μπορεί ένας ασθενής που δεν παρουσιάζει σαφή βελτίωση μετά την οσφυονωτιαία παρακέντηση να εξακολουθεί να είναι υποψήφιος για χειρουργική αντιμετώπιση;

Υπάρχουν ασθενείς, όπως άλλωστε και σε όλους τους τομείς της Ιατρικής, όπου η διάγνωση τίθεται με βεβαιότητα και ακολουθεί η επιτυχής έκβαση μετά τη θεραπεία, δηλαδή την τοποθέτηση της βαλβίδας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι δύσκολες περιπτώσεις που πολλάκις οδηγούν σε αποτυχία ανταπόκρισης μετά την επέμβαση τοποθέτησης βαλβίδας οφείλονται κυρίως σε εκφυλιστικές βλάβες της ίδιας της εγκεφαλικής ουσίας που συνυπάρχουν με τον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης, δηλαδή σε ήδη υπάρχουσες συν-νοσηρότητες.

Εάν κάποιος δεν παρουσιάσει βελτίωση μετά τη διαγνωστική – εκκενωτική οσφυονωτιαία παρακέντηση, τότε η πιθανότητα επιτυχούς έκβασης μετά από την τοποθέτηση βαλβίδας είναι 40-50%. Η επιλογή των ασθενών πρέπει να ακολουθεί ένα αυστηρό διαγνωστικό πρωτόκολλο με:

(α) Κλινική – Νευρολογική εξέταση

(β) Νευροχειρουργική εξέταση

(γ) Μαγνητική τομογραφία

(δ) Εκκενωτική οσφυονωτιαία παρακέντηση, δηλαδή αφαίρεση εγκεφαλονωτιαίου υγρού (περίπου 40-50 ml) από τη σπονδυλική στήλη και επακόλουθη αντικειμενική νευροψυχολογική εκτίμηση και αξιολόγηση της βάδισης.

Ο Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης αφορά κυρίως ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, οι οποίοι συχνά έχουν και άλλα προβλήματα υγείας ή συνυπάρχουσες νευροεκφυλιστικές αλλοιώσεις. Πώς επηρεάζουν η ηλικία, η ευπάθεια και η συνύπαρξη νόσου Alzheimer ή αγγειακής εγκεφαλικής νόσου την απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση; Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το αναμενόμενο όφελος δεν δικαιολογεί πλέον την επέμβαση;

Στην υπό δημοσίευση διεθνή μελέτη όπου εξετάσαμε 417 ασθενείς και τελικώς καταγράψαμε την έκβαση των 263, ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 70-75. Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ερώτηση η συνύπαρξη (συν-νοσηρότητα) και άλλων νευροεκφυλιστικών νοσημάτων είναι κακός προγνωστικός παράγοντας και αιτία αποτυχίας της επέμβασης.

Ο Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης περιγράφεται ως μία από τις λίγες δυνητικά αναστρέψιμες αιτίες γνωστικής έκπτωσης. Τι σημαίνει όμως «αναστρέψιμη» στην πράξη; Τι πρέπει να περιμένει ρεαλιστικά ένας ασθενής και η οικογένειά του μετά το χειρουργείο, ποια συμπτώματα έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να βελτιωθούν –η βάδιση, η μνήμη ή η ακράτεια– και πόσο καθοριστικό είναι να μην έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος μέχρι τη θεραπεία;

Σε έναν/μία ασθενή με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης που υποβάλλεται σε επέμβαση σε αρχικό στάδιο, χωρίς συνοδό νευροκεφυλιστικό νόσημα, αναμένεται πλήρης επάνοδος στην κανονικότητα (μνήμη – βάδιση – ούρηση).

Συνεπώς, η πρώιμη διάγνωση και η απουσία άλλων νευρολογικών νοσημάτων είναι οι δύο καθοριστικοί παράγοντες για την επιτυχημένη έκβαση. Με την πρόσφατη υπό δημοσίευση διεθνή μελέτη μας αναδείξαμε ότι η αρχική κλινική του κατάσταση αποτελεί τον βασικό προγνωστικό δείκτη όχι μόνο της άμεσης, αλλά και της μακροπρόθεσμης έκβασης αυτών των ασθενών.

 

Στην ημερίδα «Διάλογος Νευροεπιστημόνων: Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης» επιλέγετε να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι νευροχειρουργοί, νευρολόγοι, νευροψυχολόγοι και νευροακτινολόγοι, με στόχο μεταξύ ά

λλων τη δημιουργία δικτύων παραπομπής. Πού «χάνεται» σήμερα ο ασθενής μέσα στο ελληνικό σύστημα υγείας και τι πρέπει να αλλάξει ώστε από τα πρώτα ύποπτα συμπτώματα να φτάνει γρηγορότερα στη σωστή διάγνωση και, όταν ενδείκνυται, στη θεραπεία; Χρειαζόμαστε οργανωμένες διαδρομές παραπομπής και εξειδικευμένα κέντρα αναφοράς;

Βεβαίως, ακόμα και στην εποχή μας υπάρχουν πάσχοντες και οικογένειες που θα απευθυνθούν καθυστερημένα στις υπηρεσίες υγείας, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις ασθένειες.

Σε συστήματα υγείας πιο προηγμένα αναφέρεται ότι το 50% των ατόμων με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης απευθύνεται με μεγάλη καθυστέρηση στον γιατρό.

Ο εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ επιστημόνων, αλλά και κοινού και ειδικών, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης εξατομικευμένης ιατρικής, και θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιατρικής καθημερινής πράξης.