ΚεντρικήΥγεία

Η Ψυχολογία της Θρησκείας – Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο θρησκευόμενοι από άλλους

9/4/2026

Η θρησκεία αποτελεί ένα από τα πιο διαχρονικά και ισχυρά στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας. Για κάποιους είναι πηγή νοήματος, παρηγοριάς και ταυτότητας. Για άλλους πάλι έχει μικρή ή καμία σημασία. Αυτή η έντονη διαφοροποίηση δεν είναι τυχαία.

Το ερώτημα γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο θρησκευόμενοι από άλλους έχει απασχολήσει έντονα την ψυχολογία και δεν μπορεί να εξηγηθεί με έναν μόνο παράγοντα. Οι απαντήσεις που προκύπτουν δεν είναι απλές, αλλά φωτίζουν μια σύνθετη αλληλεπίδραση ανάμεσα στη σκέψη, την προσωπικότητα και το κοινωνικό περιβάλλον.

Ο Άντι Τιξ, ο ίδιος βαθιά θρησκευόμενος, είναι καθηγητής και συγγραφέας που ειδικεύεται στην ψυχολογία της ευεξίας, της θρησκείας και της πνευματικότητας.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια διδάσκει σχετικό προπτυχιακό μάθημα και από την εμπειρία του έχει διαπιστώσει πόσο διαφορετικά προσεγγίζουν οι άνθρωποι τη θρησκεία και την πνευματικότητα.

Σε άρθρο του στο Psychology Today, παρουσιάζει τις βασικές επιστημονικές προσεγγίσεις που εξηγούν αυτή τη διαφορά.

Ο ρόλος της αναλυτικής και λογικής σκέψης

Όπως αναφέρει, μία από τις πιο συνηθισμένες υποθέσεις είναι η εξής: οι μη θρησκευόμενοι άνθρωποι τείνουν να επεξεργάζονται τις πληροφορίες πιο αναλυτικά και λογικά, ενώ οι θρησκευόμενοι βασίζονται περισσότερο στη διαίσθηση και το συναίσθημα.

Υπάρχουν ενδείξεις που στηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη του 2011, όσοι κλήθηκαν να γράψουν για μια στιγμή που ακολούθησαν τη διαίσθησή τους ήταν πιο πιθανό να δηλώσουν πίστη στον Θεό σε σχέση με εκείνους που έγραψαν για μια κατάσταση όπου σκέφτηκαν λογικά.

Αντίστοιχα, μια μελέτη του 2012 έδειξε ότι όσοι παρατήρησαν έργα τέχνης που απεικονίζουν αναλυτική σκέψη (όπως «Ο Σκεπτόμενος» του Ροντέν) ήταν λιγότερο πιθανό να πιστεύουν στον Θεό από εκείνους που είδαν παρόμοια έργα χωρίς αυτόν τον συμβολισμό.

Ωστόσο, πιο πρόσφατες έρευνες δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Επιστήμονες από πανεπιστήμια του Κόβεντρι και της Οξφόρδης μελέτησαν προσκυνητές στη διαδρομή των 800 χιλιομέτρων του Camino de Santiago στη βόρεια Ισπανία. Τους ρώτησαν για τη δύναμη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων και τον χρόνο που βρίσκονταν στο προσκύνημα, και στη συνέχεια τους έθεσαν ένα τεστ πιθανοτήτων όπου μπορούσαν να απαντήσουν είτε λογικά είτε με το ένστικτο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ούτε η ένταση της πίστης ούτε η διάρκεια του προσκυνήματος επηρέαζαν τον τρόπο σκέψης τους.

Σε μια επόμενη μελέτη, οι ερευνητές διέγειραν μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την αναλυτική σκέψη, η οποία θεωρείται ότι είναι πιο ενεργή στους σκεπτικιστές. Αυτό δεν είχε καμία συνολική επίδραση στην πίστη στον Θεό.

Στην επιστήμη, αυτό ονομάζεται «αποτυχία αναπαραγωγής». Δηλαδή, διαφορετικές μελέτες δεν οδηγούν πάντα στα ίδια συμπεράσματα.

Μπορεί κανείς να φανταστεί μια συζήτηση μεταξύ ψυχολόγων για το πώς πρέπει να ερμηνευτούν αυτά τα ευρήματα. Κάποιοι θα προτιμούσαν την αρχική υπόθεση για τον τρόπο σκέψης, επειδή στηρίζεται σε περισσότερες μελέτες. Άλλοι θα έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στις νεότερες έρευνες, επειδή χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένες μεθόδους και μεγαλύτερα δείγματα.

«Προσωπικά, όταν βλέπω αντικρουόμενα αποτελέσματα, υποθέτω ότι, αν υπάρχει κάποια επίδραση, είναι μάλλον μικρή. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν ο τρόπος σκέψης παίζει κάποιο ρόλο, πιθανότατα δεν είναι η βασική εξήγηση για το γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο θρησκευόμενοι από άλλους», σημειώνει ο Άντι Τιξ.

Τρεις παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν τη διαφορά

Στο άρθρο του ο Άντι Τιξ παρουσιάζει ορισμένες εξηγήσεις, που όπως αναφέρει θεωρεί πως είναι «καλύτερες». Αυτές, υπογραμμίζει, βασίζονται σε τρεις παράγοντες με βάση την έρευνα στην ψυχολογία της θρησκείας:

Πρώτον, γενετικές προδιαθέσεις. Έρευνες δείχνουν ότι οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι, ακόμη κι όταν μεγαλώνουν χωριστά, μοιάζουν περισσότερο στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και πρακτικές από ό,τι οι διζυγωτικοί. Η επιστημονική κοινότητα εκτιμά ότι το 30% έως 50% των διαφορών στη θρησκευτικότητα οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Δεν κληρονομούμε τη θρησκεία καθαυτή, αλλά χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως η δεκτικότητα, η ταπεινότητα ή η τάση για αμφισβήτηση μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τη στάση μας.

Δεύτερον, η ανάγκη για έλεγχο. Σε μια μελέτη, άτομα που κλήθηκαν να θυμηθούν μια εμπειρία όπου είχαν τον έλεγχο της κατάστασης ήταν λιγότερο πιθανό να πιστεύουν σε έναν Θεό που ελέγχει τα πάντα. Όταν νιώθουμε ότι χάνουμε τον έλεγχο στη ζωή μας, στρεφόμαστε πιο εύκολα στη θρησκεία. Όταν αισθανόμαστε ότι έχουμε τον έλεγχο, αυτό μειώνεται.

Τρίτον, το περιβάλλον και η ταύτιση με ομάδες. Δηλαδή η οικογένεια, η κοινότητα και ο πολιτισμός. Έρευνες δείχνουν μεγάλες διαφορές μεταξύ χωρών: σχεδόν όλοι οι Αιγύπτιοι δηλώνουν ότι η θρησκεία είναι σημαντική στην καθημερινότητά τους, σε σύγκριση με μικρότερα ποσοστά στις Ηνωμένες Πολιτείες και ακόμη χαμηλότερα στη Σουηδία. Παρότι συχνά πιστεύουμε ότι επιλέγουμε μόνοι μας τις πεποιθήσεις μας, στην πραγματικότητα επηρεαζόμαστε βαθιά από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζουν οι άνθρωποι που θαυμάζουμε. Αν θεωρούμε ότι οι θρησκευόμενοι είναι «πρότυπα», είναι πιθανό να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, αν εκτιμούμε περισσότερο τους άθεους, μπορεί να υιοθετήσουμε ανάλογες στάσεις.

«Δύο παράθυρα κατανόησης του κόσμου»

Γονίδια, έλεγχος και κοινωνικές ομάδες. Όπως συμβαίνει με κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, η θρησκευτικότητα προκύπτει από την αλληλεπίδραση φύσης και περιβάλλοντος. Και παρ’ όλα αυτά, πολλά παραμένουν άγνωστα. Κάθε απάντηση γεννά νέα ερωτήματα. Το μυστήριο της διαφορετικότητας παραμένει και πιθανότατα θα παραμείνει. Και κανένα από τα επιστημονικά ευρήματα που αναφέρθηκαν δεν κλονίζει την πίστη και δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις πεποιθήσεις του καθενός.

Αντίθετα, όπως τονίζει ο Άντι Τιξ, επισημαίνοντας τη δική του θρησκευτικότητα, ενισχύουν την άποψη ότι η επιστήμη και η πίστη δεν είναι αντίπαλες, όταν εξετάζουμε βαθύτερα τα δεδομένα. «Αν η επιστήμη και η θρησκεία είναι δύο παράθυρα κατανόησης του κόσμου, τότε η ζωή μου θα ήταν πιο σκοτεινή χωρίς το φως και των δύο», καταλήγει.

Πηγή: https://www.newsbeast.gr

Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com

Related posts

Κορονοϊός: Μήπως τελικά ο long Covid είναι πιο σοβαρός από ότι πιστεύαμε;

xristiana

Δ. Πυλαίας – Χορτιάτη: “Παίξε και κέρδισε δώρα” μέσω του Followgreen

xristiana

Σκόρδο: Τα απίστευτα οφέλη του όταν το καταναλώνετε ωμό

xristiana