5/10/2026
ράφεις ένα email, εμφανίζεται ένα μήνυμα στο κινητό, επιστρέφεις στην οθόνη, ανοίγεις ένα δεύτερο αρχείο και προσπαθείς να θυμηθείς πού ακριβώς είχες μείνει.
Το αποκαλούμε multitasking. Ο εγκέφαλός μας, όμως, μπορεί να πληρώνει ένα πολύ συγκεκριμένο τίμημα κάθε φορά που αναγκάζεται να αλλάξει γρήγορα στόχο και να αποφασίσει ποια πληροφορία έχει σημασία και ποια πρέπει να αγνοήσει.
Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Neuroscience από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο υποδεικνύει ότι τα λάθη που κάνουμε σε τέτοιες συνθήκες δεν είναι απλώς αποτέλεσμα αφηρημάδας ή έλλειψης προσοχής.
Όταν υπάρχει αβεβαιότητα για το ποιος «κανόνας» ισχύει, ο εγκέφαλος φαίνεται να δυσκολεύεται να κρατήσει χωριστές τις σημαντικές από τις άσχετες πληροφορίες. Το αποτέλεσμα είναι ότι λεπτομέρειες που κανονικά θα έπρεπε να αγνοήσει «διαρρέουν» στη διαδικασία λήψης της απόφασης.
Οι ερευνητές ονόμασαν το φαινόμενο «feature interference» ή παρεμβολή χαρακτηριστικών.
Και ίσως αποτελεί ένα κομμάτι της απάντησης σε ένα πολύ γνώριμο ερώτημα: γιατί, όταν προσπαθούμε να κάνουμε πολλά πράγματα μαζί ή περνάμε απότομα από το ένα στο άλλο, γινόμαστε πιο αργοί και κάνουμε περισσότερα λάθη;
220 άνθρωποι, δύο πίθηκοι και ένας εγκέφαλος που έπρεπε συνεχώς να προσαρμόζεται
Η μελέτη δεν ήταν ένα απλό τεστ multitasking. Οι επιστήμονες συνδύασαν πειράματα συμπεριφοράς σε περισσότερους από 220 ενήλικες, πειράματα σε δύο μακάκους, καταγραφές νευρωνικής δραστηριότητας, μικροδιέγερση του εγκεφάλου των ζώων και μοντέλα τεχνητών νευρωνικών δικτύων.
Οι συμμετέχοντες έβλεπαν οπτικά ερεθίσματα με διαφορετικά χαρακτηριστικά και έπρεπε κάθε φορά να εστιάζουν σε ένα από αυτά, αγνοώντας το άλλο.
Υπήρχε όμως μια κρίσιμη δυσκολία: ο σωστός κανόνας άλλαζε χωρίς προειδοποίηση.
Οι συμμετέχοντες έπρεπε επομένως να συμπεράνουν, από τις προηγούμενες επιλογές και την ανατροφοδότηση που λάμβαναν, ποιο χαρακτηριστικό ήταν κάθε φορά αυτό που είχε σημασία.
Και όταν μειωνόταν η βεβαιότητά τους για τον κανόνα, έπεφτε και η ακρίβεια των αποφάσεών τους.
Το λάθος δεν ήταν τυχαίο
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα. Τα λάθη δεν έμοιαζαν να προκύπτουν απλώς επειδή οι συμμετέχοντες «έχαναν τη συγκέντρωσή τους».
Ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Όταν ο εγκέφαλος δεν ήταν βέβαιος ποια πληροφορία ήταν σχετική με την εργασία, συνέχιζε να διατηρεί ενεργή και την πληροφορία που κανονικά έπρεπε να αγνοήσει. Και αυτή η άσχετη πληροφορία μπορούσε στη συνέχεια να επηρεάσει την τελική απόφαση.
Όπως εξήγησε ο επικεφαλής ερευνητής Cheng Xue, όταν δεν είμαστε βέβαιοι για τον κανόνα, ο εγκέφαλος κρατά οπτικές λεπτομέρειες που θα έπρεπε να έχει παραμερίσει. Οι πληροφορίες αυτές στη συνέχεια αναμειγνύονται με εκείνες που πραγματικά χρειαζόμαστε.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος δεν χάνει απαραίτητα την πληροφορία που χρειάζεται. Δυσκολεύεται να την κρατήσει καθαρά διαχωρισμένη από εκείνη που δεν χρειάζεται.
Τι είδαν στον οπτικό φλοιό
Το πείραμα στους μακάκους επέτρεψε στους επιστήμονες να προχωρήσουν ένα βήμα βαθύτερα και να εξετάσουν τη νευρωνική δραστηριότητα στον πρωτοταγή οπτικό φλοιό (V1), μία από τις πρώτες περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού που επεξεργάζονται τις οπτικές πληροφορίες.
Υπό συνθήκες μεγαλύτερης βεβαιότητας, διαφορετικά χαρακτηριστικά της εικόνας μπορούσαν να αναπαρασταθούν πιο διακριτά. Όταν όμως αυξανόταν η αβεβαιότητα, οι νευρωνικές αναπαραστάσεις τους γίνονταν περισσότερο «μπλεγμένες».
Οι επιστήμονες δεν περιορίστηκαν στην παρατήρηση. Με μικρές τεχνητές παρεμβάσεις στη νευρωνική δραστηριότητα της V1 κατάφεραν να μετατοπίσουν τις αποφάσεις των ζώων προς την κατεύθυνση που προέβλεπε το μοντέλο τους.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί δίνει ισχυρότερη υποστήριξη στην υπόθεση ότι η συγκεκριμένη νευρωνική παρεμβολή συμβάλλει αιτιωδώς στα λάθη και δεν αποτελεί απλώς ένα εγκεφαλικό φαινόμενο που εμφανίζεται παράλληλα με αυτά.
Ο εγκέφαλος απέναντι στο multitasking
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι η μελέτη απέδειξε πως κάθε φορά που απαντάμε σε ένα μήνυμα ενώ γράφουμε ένα email συμβαίνει ακριβώς ο ίδιος μηχανισμός. Το πείραμα αφορούσε πολύ συγκεκριμένες οπτικές εργασίες υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
Προσφέρει, όμως, έναν πιθανό νευρωνικό μηχανισμό πίσω από το γνωστό «κόστος εναλλαγής εργασίας»: τη μείωση της απόδοσης που παρατηρείται όταν πρέπει να μετακινούμαστε μεταξύ διαφορετικών απαιτήσεων.
Η καθηγήτρια Νευροβιολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγο και ανώτερη συγγραφέας της μελέτης Marlene Cohen το περιγράφει απλά: ο εγκέφαλος μπορεί να παρακολουθεί πολλές διαφορετικές πληροφορίες, αλλά όσο αυξάνεται το γνωστικό φορτίο τόσο δυσκολότερο γίνεται να εμποδίσει τη μία να παρεμβαίνει στην άλλη.
Αυτό αλλάζει ελαφρώς και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να σκεφτόμαστε το multitasking.
Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι ο εγκέφαλος «ξεμένει» από νοητικούς πόρους. Μπορεί να έχει την πληροφορία, αλλά να μην καταφέρνει πάντα να κρατήσει τις διαφορετικές πληροφορίες αρκετά ανεξάρτητες μεταξύ τους.
Και τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με το Αλτσχάιμερ;
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Η νέα μελέτη δεν εξέτασε ασθενείς με Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον ή κάποια ψυχιατρική διαταραχή και δεν απέδειξε ότι το συγκεκριμένο μοτίβο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα για τη διάγνωση κάποιας νόσου.
Οι ερευνητές, όμως, ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για αυτή την κατεύθυνση, επειδή προβλήματα γνωστικής ευελιξίας εμφανίζονται τόσο στη γήρανση όσο και σε διάφορες νευρολογικές και ψυχιατρικές καταστάσεις.
Το ενδιαφέρον γίνεται μεγαλύτερο επειδή ξεχωριστή μελέτη της ίδιας ερευνητικής ομάδας, που δημοσιεύτηκε το 2026 στο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), εξέτασε μεταβολές στην οργάνωση της νευρωνικής δραστηριότητας σε ζωικό μοντέλο της νόσου Αλτσχάιμερ.
Πρόκειται όμως για ερευνητικά ευρήματα σε ζώα. Δεν έχουμε ακόμη ένα «νευρωνικό αποτύπωμα» που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τεστ πρώιμης διάγνωσης του Αλτσχάιμερ στους ανθρώπους.
Αυτό ακριβώς θέλουν να διερευνήσουν οι επιστήμονες στο μέλλον: αν διαφορετικές διαταραχές αφήνουν χαρακτηριστικά μοτίβα στα λάθη και στη νευρωνική παρεμβολή και αν αυτά θα μπορούσαν κάποτε να βοηθήσουν στην έγκαιρη αναγνώριση γνωστικών διαταραχών.
Μήπως λοιπόν πρέπει απλώς να κάνουμε ένα πράγμα τη φορά;
Ο καθηγητής Xue βλέπει και μια πολύ πιο καθημερινή πλευρά στα αποτελέσματα. Το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε όταν πρέπει να αλλάζουμε συνεχώς μεταξύ απαιτητικών εργασιών δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη πειθαρχίας ή προσπάθειας. Μπορεί να αντανακλά έναν βασικό περιορισμό στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος οργανώνει ανταγωνιστικές πληροφορίες.
Ο ίδιος προτείνει κάτι εξαιρετικά απλό: να ολοκληρώνουμε, όταν μπορούμε, μία εργασία πριν περάσουμε στην επόμενη και να αφήνουμε ένα μικρό διάστημα χαμηλής νοητικής απαίτησης ανάμεσα σε δύο απαιτητικές δραστηριότητες.
Δεν πρόκειται για «θεραπευτική συνταγή» που δοκιμάστηκε από τη συγκεκριμένη μελέτη. Είναι η πρακτική ερμηνεία του ίδιου του ερευνητή πάνω στα ευρήματα. Αλλά ίσως εξηγεί κάτι που πολλοί γνωρίζουμε ήδη από την καθημερινότητά μας.
Όταν ο εγκέφαλος καλείται συνεχώς να αλλάζει κανόνες, στόχους και πληροφορίες, δεν ξεχνά απλώς πού πρέπει να κοιτάξει. Μερικές φορές συνεχίζει να ακούει όλα εκείνα που θα έπρεπε να έχει ήδη αγνοήσει.
-
Πηγή:https://www.newsbeast.gr
Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com
