Με ορίζοντα το πρώτο τρίμηνο του 2026 τοποθετείται πλέον η έκδοση της πολυαναμενόμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης που θα εξειδικεύει το πλαίσιο για τη Διευρυμένη Ευθύνη Παραγωγού (ΠΔΕΠ) στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, επιχειρώντας να βάλει τάξη σε έναν τομέα που μέχρι σήμερα λειτουργεί στην Ελλάδα αποσπασματικά, χωρίς ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο, εθνικούς στόχους ή δεσμευτικούς δείκτες απόδοσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς η ΚΥΑ αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό εφαρμοστικό «οδηγό» για τη διαχείριση των κλωστοϋφαντουργικών αποβλήτων, δηλαδή προϊόντων όπως ρούχα, υποδήματα, λευκά είδη, οικιακά υφάσματα, αλλά και συναφή υλικά που προέρχονται τόσο από την κατανάλωση των νοικοκυριών όσο και από επαγγελματικές ή εμπορικές δραστηριότητες. Πρόκειται για έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους ρεύματα αποβλήτων στην Ευρώπη, λόγω της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης ειδών ένδυσης, αλλά και της περιορισμένης μέχρι σήμερα ανακύκλωσης ή επαναχρησιμοποίησής τους.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, όπως επισημαίνουν πηγές στο energygame.gr, μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του αρχικού σχεδίου και τη διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης, το τελικό κείμενο της ΚΥΑ θα εισαχθεί προς έγκριση στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), ώστε στη συνέχεια να προωθηθεί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η διαδικασία εκτιμάται ότι μπορεί να ολοκληρωθεί εντός των πρώτων μηνών του 2026, σε μια χρονική συγκυρία κρίσιμη τόσο για την προσαρμογή της χώρας στο ευρωπαϊκό δίκαιο όσο και για την αναδιάρθρωση της υφιστάμενης αγοράς συλλογής και διαχείρισης κλωστοϋφαντουργικών αποβλήτων.

Σήμερα, η χωριστή συλλογή κλωστοϋφαντουργικών υλικών στην Ελλάδα πραγματοποιείται κυρίως μέσω ιδιωτικών φορέων, όπως η RECYCOM, η East West και η TexCycle, καθώς και μέσω ορισμένων φιλανθρωπικών σχημάτων ή ΚΟΙΝΣΕΠ. Οι φορείς αυτοί έχουν αναπτύξει δίκτυα ειδικών κάδων ρουχισμού σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, συλλέγουν μεταχειρισμένα ρούχα, υποδήματα και οικιακά υφάσματα και προωθούν τα υλικά σε μονάδες διαλογής και προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση.

Ωστόσο, η δραστηριότητα αυτή εξελίσσεται εκτός ενός θεσμοθετημένου Προγράμματος Εναλλακτικής Διαχείρισης για τα κλωστοϋφαντουργικά. Η λειτουργία βασίζεται σε εμπορικούς όρους και σε συμβάσεις με Δήμους ή ιδιώτες, χωρίς να υφίσταται εθνικός στόχος συλλογής, ποσοτικοί δείκτες απόδοσης ή δεσμευτικές υποχρεώσεις που να απορρέουν από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με αποσπασματική γεωγραφική κάλυψη, ανομοιογενείς πρακτικές και περιορισμένη διαφάνεια ως προς τις τελικές ροές των υλικών, αλλά και ως προς το ποιο ποσοστό οδηγείται τελικά σε επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση.