Το WCLC 2026 δεν παρουσίασε όμως μόνο νέα φάρμακα. Η phase III MAVERICK αμφισβήτησε μια πρακτική δεκαετιών στον μικροκυτταρικό καρκίνο. Σε ασθενείς χωρίς εγκεφαλικές μεταστάσεις μετά την αρχική θεραπεία, η στενή παρακολούθηση με μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου χωρίς προφυλακτική ακτινοβόληση εγκεφάλου (PCI) οδήγησε σε καλύτερη επιβίωση χωρίς γνωστική έκπτωση και σημαντικά λιγότερη σοβαρή τοξικότητα. Τα δεδομένα υποστηρίζουν τη συστηματική παρακολούθηση με MRI ως εναλλακτική της προφυλακτικής ακτινοβόλησης, σε μια προσπάθεια διατήρησης του ελέγχου της νόσου περιορίζοντας παράλληλα την τοξικότητα.

Παράλληλα, το συνέδριο υπενθύμισε ότι η επιστημονική πρόοδος καθορίζεται και από τις αρνητικές μελέτες. Η EVOKE-03 δεν πέτυχε τα κύρια καταληκτικά της σημεία με την προσθήκη sacituzumab govitecan στο pembrolizumab σε ασθενείς με PD-L1 ≥50%. Αντίστοιχα, η IMpower030 με περιεγχειρητικό atezolizumab δεν πέτυχε το προκαθορισμένο όριο στατιστικής σημαντικότητας για το κύριο καταληκτικό σημείο, παρά την αξιοσημείωτη αριθμητική παράταση της επιβίωσης χωρίς συμβάν. Τα αποτελέσματα αυτά έχουν τη δική τους αξία, καθώς δείχνουν ότι ακόμη και στρατηγικές με ισχυρό βιολογικό υπόβαθρο πρέπει να αποδεικνύουν το πραγματικό κλινικό τους όφελος σε καλά σχεδιασμένες τυχαιοποιημένες μελέτες.

Το WCLC 2026 αποτυπώνει τελικά μια βαθύτερη αλλαγή στη θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα. Η ιστολογική διάγνωση από μόνη της δεν αρκεί πλέον. EGFR, HER2, ROS1 και άλλες μοριακές μεταβολές, νέοι θεραπευτικοί στόχοι όπως το B7-H3 και τα bispecific αντισώματα και τα ADCs διαμορφώνουν μια νέα εποχή εξατομικευμένης ογκολογίας. Το σημαντικότερο μήνυμα από τη Σεούλ είναι ίσως ότι η πρόοδος δεν αφορά πλέον μόνο την ανάπτυξη περισσότερων φαρμάκων, αλλά την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας για τη συγκεκριμένη βιολογία του όγκου, στον κατάλληλο ασθενή και στην κατάλληλη χρονική στιγμή.