Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές στα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα μεταξύ όσων κατανάλωναν γαλακτοκομικά με υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυσικά τρανς λιπαρά και εκείνων που κατανάλωναν τα συνηθισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Με άλλα λόγια, η υψηλότερη πρόσληψη φυσικών τρανς λιπαρών από γαλακτοκομικά δεν φάνηκε να προκαλεί σημαντικές μεταβολές στους συγκεκριμένους δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου.

Τι αποκάλυψαν οι μακροχρόνιες μελέτες για την καρδιά και τον διαβήτη

Η δεύτερη κατηγορία επιστημονικών δεδομένων προήλθε από δώδεκα μακροχρόνιες μελέτες κοόρτης, στις οποίες χιλιάδες άνθρωποι παρακολουθήθηκαν για πολλά χρόνια. Μάλιστα, ορισμένες από αυτές τις μελέτες διήρκεσαν περισσότερο από δύο δεκαετίες.

Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα των τρανς λιπαρών που προέρχονταν από γαλακτοκομικά προϊόντα στο αίμα των συμμετεχόντων και στη συνέχεια τα συνέκριναν με την πορεία της υγείας τους τα επόμενα χρόνια.

Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Τα υψηλότερα επίπεδα φυσικών τρανς λιπαρών από γαλακτοκομικά στο αίμα δεν συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Παράλληλα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα αυτών των λιπαρών στο αίμα δεν συνδέονταν ούτε με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Άλλα τα φυσικά και άλλα τα βιομηχανικά τρανς λιπαρά

Τα ευρήματα, επομένως, ενισχύουν την επιστημονική άποψη ότι τα τρανς λιπαρά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία κατηγορία ως προς τις επιπτώσεις τους στην υγεία. Η διάκριση ανάμεσα στα φυσικά τρανς λιπαρά των γαλακτοκομικών και στα βιομηχανικά παραγόμενα φαίνεται να είναι καθοριστική για την ορθή αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων, αλλά και για την καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών.