17/3/2026
Η μεγαλύτερη διαταραχή στην αγορά πετρελαίου που έχει καταγραφεί ποτέ, ως αποτέλεσμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αναμένεται να πλήξει πολύ περισσότερο τα καύσιμα —όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα— παρά το ίδιο το αργό πετρέλαιο, σύμφωνα με την Goldman Sachs.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της τράπεζας, Γιούλια Ζεστκόβα Γκρίγκσμπι και Ντάαν Στρούιβεν, «οι τιμές έχουν αυξηθεί πολύ περισσότερο σε πολλά διυλισμένα προϊόντα σε σχέση με το αργό». Οι σοβαρές διαταραχές στην προσφορά του λεγόμενου μέσης και βαριάς ποιότητας αργού ενέχουν τον κίνδυνο μείωσης της παραγωγής ντίζελ, αεροπορικών καυσίμων και μαζούτ.

Οι παγκόσμιες ενεργειακές αγορές έχουν βυθιστεί σε αναταραχή εξαιτίας του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, ο οποίος ξέσπασε στα τέλη του περασμένου μήνα. Η σύγκρουση οδήγησε σχεδόν σε πλήρη διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου και προϊόντων μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ συνοδεύτηκε από επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή. Ως αποτέλεσμα, παραγωγοί αργού αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή τους και να διακόψουν μέρος των δραστηριοτήτων διύλισης.
Παρότι οι τιμές του αργού έχουν ενισχυθεί πάνω από 40% από τις πρώτες επιθέσεις —με το Brent να ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά βαρέλι— ορισμένα προϊόντα έχουν καταγράψει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο. Σε περιοχές της Ασίας, το κόστος καυσίμων έχει έως και διπλασιαστεί, με τη Νότια Κορέα να ακολουθεί την Κίνα και την Ταϊλάνδη επιβάλλοντας περιορισμούς στις εξαγωγές για την προστασία των εγχώριων αγορών.
«Κανένα προϊόν ή γεωγραφική περιοχή δεν είναι πλήρως προστατευμένο», σημειώνουν οι αναλυτές της Goldman Sachs. Ο πόλεμος έχει περιορίσει τη δυνατότητα των παραγωγών του Περσικού Κόλπου να εξάγουν διυλισμένα προϊόντα, προκαλώντας διακοπές λειτουργίας σε διυλιστήρια και μειώνοντας τις ροές τύπων αργού που είναι καταλληλότεροι για την παραγωγή καυσίμων όπως το ντίζελ.
Σύμφωνα με την τράπεζα, σχεδόν το 60% των εξαγωγών αργού από τον Περσικό Κόλπο αφορά μέσης και βαριάς ποιότητας πετρέλαιο —τύπους που χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή αεροπορικών καυσίμων, ντίζελ και μαζούτ— ενώ οι εναλλακτικοί παραγωγοί εκτός Μέσης Ανατολής είναι περιορισμένοι.
Η διαταραχή δεν περιορίζεται μόνο στα καύσιμα. Επηρεάζει και τη νάφθα, ένα υποπροϊόν διύλισης που χρησιμοποιείται στην παραγωγή πετροχημικών και αποτελεί κρίσιμο input για ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους. Η Ασία εισάγει σχεδόν το 50% της νάφθας της από τον Περσικό Κόλπο, ενώ η Ευρώπη εξαρτάται από την περιοχή για περίπου το 40% των αναγκών της σε αεροπορικά καύσιμα.
Παρά την ένταση στην αγορά ενέργειας, η Goldman Sachs εκτιμά ότι το σοκ δεν θα εξελιχθεί σε ευρύτερη κρίση εφοδιαστικών αλυσίδων, όπως εκείνη που καταγράφηκε την περίοδο της πανδημίας.
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί —με τα συμβόλαια Brent να κινούνται κοντά στα 105 δολάρια και το WTI στα 99,5 δολάρια, σημειώνοντας άνοδο άνω του 70% από την αρχή του έτους— ενισχύοντας τις ανησυχίες για πληθωριστικές πιέσεις και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, το σημερινό σοκ είναι πιο περιορισμένο, καθώς επικεντρώνεται κυρίως στον ενεργειακό τομέα.
Σε αντίθεση με το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση συνδυάστηκε με γενικευμένη διαταραχή στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, η τρέχουσα κατάσταση δεν φαίνεται να έχει αντίστοιχο εύρος.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η άνοδος των τιμών πετρελαίου θα μειώσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά περίπου 0,3% και θα αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 0,5 έως 0,6 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στο επόμενο έτος. Η πρόβλεψη για την παγκόσμια ανάπτυξη αναθεωρείται στο 2,6%, από 2,9% πριν από την έναρξη του πολέμου, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται στο 2,9% στο τέλος του έτους.
Ένας βασικός λόγος για τον οποίο οι επιπτώσεις παραμένουν συγκρατημένες είναι η σχετικά περιορισμένη έκθεση του παγκόσμιου εμπορίου στη Μέση Ανατολή εκτός του ενεργειακού τομέα. Το μη ενεργειακό εμπόριο με τις οικονομίες του Κόλπου αντιστοιχεί μόλις στο 1% του παγκόσμιου εμπορίου, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο ευρύτερων διαταραχών.
Για λόγους σύγκρισης, τα lockdowns στην Κίνα και την Ανατολική Ασία μετά την πανδημία επηρέασαν πάνω από το 20% του παγκόσμιου εμπορίου, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν αναμένεται να είναι σαφώς πιο περιορισμένες.
Ακόμη και σε κλάδους όπου οι χώρες του Κόλπου έχουν ισχυρή παρουσία —όπως σε ορισμένα χημικά και μέταλλα— τα προϊόντα αυτά αντιπροσωπεύουν μικρό μερίδιο της παγκόσμιας οικονομίας και δεν αποτελούν κρίσιμα «σημεία συμφόρησης» για τη βιομηχανική παραγωγή.
Υλικά όπως το θείο, το άζωτο και η αμμωνία, που χρησιμοποιούνται ευρέως στα λιπάσματα, μπορούν να εξορθολογιστούν σε περίπτωση περιορισμών στην προσφορά. Το ήλιο, που αρχικά θεωρήθηκε πιθανός κίνδυνος λόγω της χρήσης του σε μαγνητικούς τομογράφους, ημιαγωγούς και αεροδιαστημικές εφαρμογές, εκτιμάται ότι δεν θα προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις χάρη σε μακροχρόνια συμβόλαια και διαθέσιμα αποθέματα.
Η μεγαλύτερη βιομηχανική πρόκληση ενδέχεται να προκύψει από τη μεθανόλη, καθώς το Ιράν αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας. Τυχόν απώλεια αυτής της προσφοράς θα μπορούσε να επηρεάσει ευρύτερα τις αγορές που εξαρτώνται από παράγωγα όπως το οξικό οξύ, βασικό συστατικό σε κόλλες, διαλύτες και χρώματα.
Παρά ταύτα, οι συνολικές εμπορικές ροές παραμένουν σε γενικές γραμμές ανθεκτικές. Τα στοιχεία για τη ναυτιλία δείχνουν ότι το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων εκτός δεξαμενόπλοιων έχει υποχωρήσει από την έναρξη του πολέμου, ενώ η αύξηση στο κόστος αερομεταφορών εκτιμάται ότι θα προσθέσει λιγότερο από 5 μονάδες βάσης στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Πηγή: https://www.newmoney.gr
Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com
