12/2/2026
Τι συμβαίνει όταν η καρδιά σταματά; Σβήνει απλώς ο εγκέφαλος ή υπάρχει κάτι που συνεχίζεται; Άνθρωποι που έφτασαν στα όρια του θανάτου περιγράφουν εμπειρίες που μοιάζουν εντυπωσιακά μεταξύ τους: βλέπουν το σώμα τους από ψηλά, περνούν μέσα από ένα τούνελ προς ένα έντονο φως, νιώθουν βαθιά γαλήνη…
Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη προσπαθεί να απαντήσει αν αυτές οι επιθανάτιες εμπειρίες είναι προϊόν του εγκεφάλου που καταρρέει ή κάτι που δεν εξηγείται πλήρως με νευροβιολογικούς όρους. Η συζήτηση έχει φουντώσει, με επιστημονικές ομάδες να διαφωνούν ανοιχτά για το πώς πρέπει να ερμηνεύονται τα δεδομένα..
Το μοντέλο NEPTUNE: Μια νευροβιολογική εξήγηση
Το 2023, ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τη νευροεπιστήμονα Charlotte Martial από το Πανεπιστήμιο της Λιέγης δημοσίευσε στο Nature Reviews Neurology μια σύνθεση περίπου 300 επιστημονικών μελετών για τις επιθανάτιες εμπειρίες.
Οι ερευνητές εντόπισαν κοινά μοτίβα:
- Εξωσωματική εμπειρία
- Πορεία μέσα από τούνελ προς έντονο φως
- Αίσθημα απόλυτης γαλήνης
Συνέδεσαν αυτά τα βιώματα με συγκεκριμένες αλλαγές στον εγκέφαλο και πρότειναν ένα νέο θεωρητικό μοντέλο: το NEPTUNE (neurophysiological evolutionary psychological theory understanding near-death experience).
Σύμφωνα με το μοντέλο. πριν και κατά τη διάρκεια καρδιακής ανακοπής, μειώνεται το οξυγόνο στον εγκέφαλο και αυξάνεται το διοξείδιο του άνθρακα. Αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν κρίσιμες περιοχές, όπως η κροταφοβρεγματική συμβολή, που σχετίζεται με την αίσθηση του εαυτού και την επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών.
Η ηλεκτρική διέγερση αυτής της περιοχής μπορεί να προκαλέσει εμπειρίες παρόμοιες με εξωσωματικές αισθήσεις. Ταυτόχρονα, παίζουν ρόλο και νευροχημικές αλλαγές, δηλαδή μεταβολές σε νευροδιαβιβαστές που ρυθμίζουν τη διάθεση, τον ύπνο και τη μάθηση. Η Charlotte Martial έχει επισημάνει ότι το NEPTUNE δεν είναι τελική απάντηση αλλά «ζωντανό» μοντέλο που μπορεί να αναθεωρηθεί καθώς προκύπτουν νέα δεδομένα.
Τα στατιστικά των επιθανάτιων εμπειριών
Σύμφωνα με τις μελέτες που συγκέντρωσε η ομάδα NEPTUNE:
- 10–23% των επιθανάτιων εμπειριών συμβαίνουν μετά από καρδιακή ανακοπή.
- 15% μετά από παρατεταμένη νοσηλεία σε ΜΕΘ.
- 3% μετά από τραυματική εγκεφαλική κάκωση.
- Άλλες περιπτώσεις σχετίζονται με ηλεκτροπληξία, παραλίγο πνιγμό ή επιπλοκές τοκετού.
Οι ερευνητές παρατηρούν επίσης ότι πολλοί άνθρωποι αλλάζουν μετά από μια τέτοια εμπειρία. Αναφέρουν λιγότερο φόβο για τον θάνατο, αυξημένο ενδιαφέρον για την πνευματικότητα και μεγαλύτερη ενσυναίσθηση.
Η κριτική: Δεν αρκεί η φυσιολογία του εγκεφάλου
Το μοντέλο NEPTUNE προκάλεσε το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητα. Από κάποιους υιοθετήθηκε. Υπήρξαν ωστόσο και πολλοί που το αμφισβήτησαν και μάλιστα δεν άφησαν αναπάντητους τους ισχυρισμούς της ερευνητικής ομάδας από το Πανεπιστήμιο της Λιέγης
Οι ερευνητές Bruce Greyson και Marieta Pehlivanova από τη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια δημοσίευσαν εκτενή κριτική στο περιοδικό «Psychology of Consciousness: Theory, Research, and Practice».
Στην παρέμβασή τους αναγνωρίζουν το μοντέλο NEPTUNE ως μια «αξιέπαινη προσπάθεια», ωστόσο υποστήριξαν ότι οι ψευδαισθήσεις που προκαλούνται με ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου δεν μοιάζουν με τις πολύπλοκες εμπειρίες που περιγράφουν οι ασθενείς.
Επίσης πι αναφορές για «συναντήσεις» με αποθανόντα πρόσωπα δεν μπορούν να εξηγηθούν πλήρως από τις μέχρι τώρα νευρολογικές παρατηρήσεις. Γενικά, όπως παρατηρούν, οι ερευνητές του μοντέλου NEPTUNE παρέλειψαν στοιχεία που δεν ταίριαζαν με τη θεωρία τους.
Οι Greyson και Pehlivanova τόνισαν ότι οι επιθανάτιες εμπειρίες πράγματι προκαλούνται συνήθως από έντονα φυσιολογικά γεγονότα, όπως καρδιακή ανακοπή. Όμως αυτό, λένε, δεν σημαίνει ότι η φυσιολογία αρκεί για να εξηγήσει όλο το φαινόμενο.
Είναι οι μαρτυρίες επιστημονικά δεδομένα;
Όπως επισημαίνεται στην Washington Post, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι αφηγήσεις των ασθενών μπορούν πραγματικά να θεωρηθούν αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα. Επιθανάτιες εμπειρίες καταγράφονται από την αρχαιότητα, ενώ ήδη από το1892, όταν ο Ελβετός ορειβάτης και γεωλόγος Albert Heim συνέλεξε μαρτυρίες μετά από δική του εμπειρία κοντά στον θάνατο, οι ερευνητές προσπαθούν να τις μελετήσουν συστηματικά.
Ο Bruce Greyson ανέπτυξε το 1983 μια κλίμακα 16 ερωτήσεων για την αξιολόγηση τέτοιων εμπειριών, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη τυποποίηση στην έρευνα. Παρ’ όλα αυτά, το πεδίο παραμένει δύσκολο.
Οι περισσότερες μελέτες είναι αναδρομικές. Οι ασθενείς καλούνται να περιγράψουν τι έζησαν μετά το γεγονός και η μνήμη μπορεί να επηρεαστεί από τον χρόνο ή από το πώς αφηγήθηκαν τις εμπειρίες τους άλλοι. Το κρίσιμο πρόβλημα είναι πως οι συνθήκες δεν είναι εύκολο να αναπαραχθούν στο εργαστήριο για βαθύτερη επιστημονική έρευνα.
Από την άλλη, ο Greyson υπογραμμίζει ότι κάθε επιστημονική ανακάλυψη ξεκινά από μια υποκειμενική παρατήρηση, η οποία αργότερα μπορεί να επιβεβαιωθεί με κάποιο ελεγχόμενο πείραμα.
Μια νέα προσέγγιση: Μελέτη σε πραγματικό χρόνο
Μέχρι τώρα, οι περισσότερες έρευνες βασίζονταν σε αναμνήσεις. Η Charlotte Martial και η ομάδα της στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λιέγης ακολουθούν πλέον μια νέα προσέγγιση στην έρευνά τους: παρακολουθούν ασθενείς από τη στιγμή που εισάγονται στην αίθουσα ανάνηψης. Η μελέτη περιλαμβάνει, βιντεοσκόπηση στο νοσοκομείο και ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα για μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας.
Η Martial τονίζει ότι ο θάνατος είναι μια διαδικασία και όχι απλώς ένα στιγμιαίο γεγονός. Κατά την καρδιακή ανακοπή, η εγκεφαλική δραστηριότητα μειώνεται λόγω έλλειψης οξυγόνου. Ωστόσο, σε κάποια φάση μπορεί να παρατηρηθεί παροδική αύξηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας πριν από την τελική «ευθεία γραμμή». Αυτό το παράθυρο ίσως είναι κρίσιμο για την κατανόηση των εμπειριών που περιγράφονται.
Τελικά, να πιστέψουμε τις επιθανάτιες εμπειρίες;
Το μοντέλο NEPTUNE προσφέρει μεν μια συνεκτική βιολογική εξήγηση, αλλά οι επικριτές του επιμένουν ότι τα δεδομένα δεν επαρκούν για να κλείσει το ζήτημα. Αν και η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε ένα συμπέρασμα, φαίνεται πως υπάρχει συμφωνία σε κάτι βασικό: το φαινόμενο μοιάζει να είναι πραγματικό ως εμπειρία.
Το σημαντικότερο με τις επιθανάτιες εμπειρίες είναι ότι μας αναγκάζουν να εξετάσουμε τα όρια της επιστημονικής μεθόδου όταν αυτή αγγίζει ζητήματα συνείδησης και ύπαρξης. Προς το παρόν, η έρευνα συνεχίζεται. Και το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι τι μπορεί να τις προκαλεί.
