ΚεντρικήΥγεία

Γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία: Γιατί παραμένει στη σκιά;

13/9/2026

Για τη στυτική δυσλειτουργία γνωρίζουμε σχεδόν όλοι κάτι. Είναι ένας αναγνωρίσιμος ιατρικός όρος, συζητείται ανοιχτά, υπάρχουν εξειδικευμένοι γιατροί και καθιερωμένες φαρμακευτικές θεραπείες.

Τι συμβαίνει όμως όταν μια γυναίκα χάνει επίμονα τη σεξουαλική της επιθυμία, δυσκολεύεται να διεγερθεί ή να φτάσει σε οργασμό ή αισθάνεται πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή;

Η απάντηση δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν θεραπείες για τις γυναίκες». Το αντίθετο. Υπάρχουν φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές επιλογές, επιστημονικές κατευθυντήριες οδηγίες και ένα ερευνητικό πεδίο που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται σημαντικά.

Κι όμως, η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία εξακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις να μη διαγιγνώσκεται και να μη θεραπεύεται.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό παράδοξο: όχι ότι η επιστήμη δεν έχει τίποτα να προσφέρει στις γυναίκες, αλλά ότι πολλές γυναίκες δεν φτάνουν ποτέ στο σημείο να το ζητήσουν ή να τους προσφερθεί.

Γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία: Δεν είναι μία πάθηση

Ο όρος γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία (Female Sexual Dysfunction – FSD) δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη νόσο.

Περιλαμβάνει διαφορετικά προβλήματα που μπορεί να αφορούν:

  • τη σεξουαλική επιθυμία,
  • τη διέγερση,
  • τον οργασμό ή
  • τον γεννητοπυελικό πόνο.

Και αυτή η διάκριση είναι σημαντική, γιατί πίσω από ένα σεξουαλικό σύμπτωμα μπορεί να βρίσκονται εντελώς διαφορετικοί μηχανισμοί:

  • Ορμονικές μεταβολές,
  • εμμηνόπαυση,
  • καρδιαγγειακά ή μεταβολικά νοσήματα,
  • νευρολογικές παθήσεις,
  • χρόνιος πόνος,
  • φάρμακα,
  • προβλήματα ψυχικής υγείας,
  • στρες,
  • προηγούμενες εμπειρίες και
  • η ίδια η δυναμική μιας σχέσης

μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία.

Γι’ αυτό και η ύπαρξη, για παράδειγμα, χαμηλής επιθυμίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια γυναίκα πάσχει από διαταραχή. Στην κλινική αξιολόγηση έχει ιδιαίτερη σημασία εάν η κατάσταση είναι επίμονη και, κυρίως, εάν προκαλεί προσωπική δυσφορία.

Πόσο συχνή είναι;

Πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως υποθέτουμε από το πόσο λίγο συζητείται. Μια μεγάλη ανασκόπηση στο Nature Reviews Urology, που δημοσιεύθηκε online το 2015 και στο τεύχος του 2016, αναφέρει ότι περίπου 30% έως 50% των σεξουαλικά ενεργών γυναικών θα αντιμετωπίσουν κάποια μορφή γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας κάποια στιγμή στη ζωή τους.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν παράλληλα κάτι ακόμη σημαντικό: πολλές γυναίκες παραμένουν χωρίς διάγνωση και θεραπεία εξαιτίας, μεταξύ άλλων, του στίγματος που εξακολουθεί να περιβάλλει τη σεξουαλική υγεία, της ανεπαρκούς ενημέρωσης και της περιορισμένης πρόσβασης σε εξειδικευμένη φροντίδα.

Οι εκτιμήσεις για τη συχνότητα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των μελετών, ανάλογα με τον πληθυσμό, τον ορισμό της δυσλειτουργίας και τα εργαλεία αξιολόγησης. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα: δεν πρόκειται για ένα σπάνιο ή περιθωριακό πρόβλημα υγείας.

Υπάρχουν φάρμακα για τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία;

Ναι. Και αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο χρειάζεται να καταρριφθεί ένας επίμονος μύθος. Η επιστήμη δεν βρίσκεται πλέον στο σημείο όπου η μοναδική απάντηση σε μια γυναίκα με σεξουαλική δυσλειτουργία είναι η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλή «να χαλαρώσει».

Η πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση για την τρέχουσα και μελλοντική φαρμακοθεραπεία της FSD περιγράφει διαθέσιμες μη ορμονικές φαρμακολογικές θεραπείες για συγκεκριμένες διαταραχές και καταγράφει νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις που βρίσκονται υπό ανάπτυξη.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η flibanserin και η bremelanotide, φάρμακα που έχουν λάβει έγκριση από τον FDA στις ΗΠΑ για συγκεκριμένες ενδείξεις που σχετίζονται με τη διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας (HSDD). Ανασκόπηση του 2025 εξετάζει τόσο αυτές τις εγκεκριμένες φαρμακολογικές επιλογές όσο και θεραπείες που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση.

Υπάρχουν επίσης ορμονικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες, καθώς και διαφορετικές θεραπείες όταν το πρόβλημα αφορά, για παράδειγμα, το ουρογεννητικό σύνδρομο της εμμηνόπαυσης ή τον γεννητοπυελικό πόνο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με μειωμένη επιθυμία χρειάζεται φάρμακο. Ούτε ότι όλα τα συγκεκριμένα φάρμακα έχουν τις ίδιες εγκρίσεις και διαθεσιμότητα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα όπως στις ΗΠΑ.

Σημαίνει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία διαθέτει φαρμακολογικές θεραπευτικές επιλογές και αποτελεί ενεργό πεδίο επιστημονικής έρευνας.

Η θεραπεία υπάρχει και είναι εξατομικευμένη

Το σημαντικό είναι ότι δεν υπάρχει μία ενιαία «γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία» που να απαιτεί μία συγκεκριμένη θεραπεία.

  • Μια γυναίκα μπορεί να εμφανίζει μειωμένη επιθυμία.
  • Μια άλλη δυσκολία στη διέγερση ή στον οργασμό.
  • Μια τρίτη πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή.
  • Σε μία γυναίκα το πρόβλημα μπορεί να σχετίζεται με την εμμηνόπαυση, σε άλλη με ένα φάρμακο και σε κάποια άλλη με συνδυασμό οργανικών, ψυχολογικών και διαπροσωπικών παραγόντων.

Μάλιστα, συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2015 εξέτασε 36 μελέτες θεραπείας για διαταραχές επιθυμίας, διέγερσης και οργασμού. Βρήκε ενδείξεις αποτελεσματικότητας τόσο για φαρμακολογικές θεραπείες (μεταξύ αυτών flibanserin και bremelanotide) όσο και για παρεμβάσεις γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας βασισμένες στο mindfulness.

Η σύγχρονη προσέγγιση είναι επομένως βιοψυχοκοινωνική. Ανάλογα με την αιτία και τη διάγνωση, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει:

  • φαρμακοθεραπεία,
  • ορμονική θεραπεία,
  • ψυχοσεξουαλικές παρεμβάσεις,
  • φυσικοθεραπεία πυελικού εδάφους,
  • αντιμετώπιση μιας υποκείμενης νόσου ή
  • επανεξέταση φαρμάκων που επηρεάζουν τη σεξουαλική λειτουργία.

Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, είναι άλλο: θα φτάσει η γυναίκα στη σωστή διάγνωση ώστε να λάβει τη θεραπεία που αντιστοιχεί στο δικό της πρόβλημα;

Αφού υπάρχουν θεραπείες, πού βρίσκεται το χάσμα;

Εδώ τα στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια μελέτη για το χάσμα στη διαχείριση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας μεταξύ γυναικών και ανδρών εξέτασε ασθενείς ενός μεγάλου αμερικανικού συστήματος υγείας μεταξύ 2016 και 2022: 6.540 γυναίκες με νέα διάγνωση FSD και 16.591 άνδρες με νέα διάγνωση στυτικής δυσλειτουργίας.

Οι γυναίκες με FSD έλαβαν διαχείριση (φαρμακευτική αγωγή ή κατάλληλη παραπομπή σύμφωνα με τον ορισμό της μελέτης) σε ποσοστό 33%, έναντι 41% των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν αυτό που συνέβαινε στην πρωτοβάθμια φροντίδα. Η διάγνωση FSD από γιατρό πρωτοβάθμιας περίθαλψης συνδεόταν με μικρότερες πιθανότητες διαχείρισης σε σχέση με τη διάγνωση από ειδικό, ενώ για τη στυτική δυσλειτουργία η σχέση ήταν αντίστροφη. Οι ίδιοι οι ερευνητές καταλήγουν ότι τα ευρήματα αποκαλύπτουν χάσμα στην ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνουν οι γυναίκες.

Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που αξίζει να σημειωθεί: από όσους ασθενείς έλαβαν αντιμετώπιση, η συντριπτική πλειονότητα τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών έλαβε φαρμακευτική θεραπεία: 96% και 97% αντίστοιχα.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν φάρμακα για τις γυναίκες». Το ερώτημα είναι ποια γυναίκα θα αναγνωριστεί ως ασθενής που χρειάζεται αξιολόγηση και ποια τελικά θα φτάσει στην κατάλληλη αντιμετώπιση.

Το αόρατο εμπόδιο: Η γυναικεία επιθυμία ως ταμπού

Υπάρχει όμως και ένα εμπόδιο που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε μια συνταγή: ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες έχουν αντιμετωπίσει ιστορικά τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Για πολύ μεγάλο διάστημα η σεξουαλική υγεία των γυναικών αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από το πρίσμα της αναπαραγωγής:

  • περίοδος,
  • αντισύλληψη,
  • εγκυμοσύνη,
  • τοκετός,
  • γονιμότητα,
  • εμμηνόπαυση.

Η επιθυμία, η απόλαυση και η σεξουαλική αυτονομία δεν είχαν πάντοτε την ίδια θέση. Και αυτή η αντίληψη δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στον ορισμό του για τη σεξουαλική υγεία, ξεκαθαρίζει ότι η σεξουαλική υγεία δεν είναι απλώς η απουσία νόσου. Προϋποθέτει μια θετική και με σεβασμό προσέγγιση στη σεξουαλικότητα και τη δυνατότητα για ασφαλείς και ευχάριστες σεξουαλικές εμπειρίες, χωρίς εξαναγκασμό, διακρίσεις και βία. Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει επίσης ότι η σεξουαλική υγεία επηρεάζεται καθοριστικά από τους:

  • έμφυλους κανόνες,
  • τους κοινωνικούς ρόλους,
  • τις προσδοκίες και
  • τις σχέσεις εξουσίας.

Αυτό μετακινεί τη συζήτηση σε ένα πολύ διαφορετικό σημείο: η γυναικεία σεξουαλική υγεία δεν αφορά μόνο την ικανότητα μιας γυναίκας να αποκτήσει παιδιά ή να προστατευθεί από ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Αφορά επίσης την αυτονομία, την επιθυμία, την απόλαυση και τη συνολική της ευεξία.

Η πατριαρχία μπορεί να φτάσει μέχρι το ιατρείο

Η λέξη «πατριαρχία» μπορεί να ακούγεται περισσότερο κοινωνιολογική παρά ιατρική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, χρησιμοποιείται και μέσα στην επιστημονική βιβλιογραφία.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Bulletin of the World Health Organization, ερευνητές από το Johns Hopkins και τον ΠΟΥ εξετάζουν πώς οι επιβλαβείς έμφυλοι κανόνες επηρεάζουν τις υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας.

Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι κοινωνικοί κανόνες γύρω από τη σεξουαλικότητα, τη σεξουαλική αυτενέργεια και τη σωματική αυτονομία καθορίζουν ποιες συμπεριφορές θεωρούνται αποδεκτές για γυναίκες και άνδρες και ότι αυτοί οι κανόνες μπορούν να συντηρούν πατριαρχικές δομές εξουσίας που ιστορικά ευνοούν τους άνδρες.

Το σημαντικότερο είναι ότι αυτό δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική συζήτηση περί ισότητας. Μπορεί να επηρεάσει το αν κάποιος θα αναζητήσει ιατρική φροντίδα και τι θα συμβεί όταν τη ζητήσει. Οι συγγραφείς περιγράφουν πώς:

  • το στίγμα,
  • οι προκαταλήψεις και
  • οι διακρίσεις μέσα στις υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας

μπορούν να λειτουργήσουν ως εμπόδια στην περίθαλψη.

Ο ΠΟΥ για τη σχέση φύλου και υγείας επισημαίνει επίσης ότι η ανισότητα των φύλων επηρεάζει δυσανάλογα γυναίκες και κορίτσια, οι οποίες σε πολλές κοινωνίες διαθέτουν μικρότερο έλεγχο στις αποφάσεις για το σώμα τους και μπορεί να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση σε πληροφορίες και υπηρεσίες υγείας. Κάπως έτσι, μια παλιά κοινωνική αντίληψη μπορεί να αποκτήσει πολύ σύγχρονη ιατρική συνέπεια.

Μια γυναίκα που έχει μάθει ότι «δεν μιλάμε για αυτά» μπορεί να δυσκολευτεί να πει στον γιατρό της ότι δεν έχει πια επιθυμία. Μπορεί να θεωρήσει ότι ο πόνος κατά την επαφή είναι κάτι που οφείλει να υπομείνει. Ή ότι μετά τη γέννηση ενός παιδιού ή την εμμηνόπαυση η σεξουαλική της ζωή απλώς «τελείωσε» και δεν αποτελεί θέμα για το ιατρείο. Και ο επαγγελματίας υγείας, από την άλλη πλευρά, μπορεί να μην κάνει ποτέ την ερώτηση.

Η ανισότητα δεν χρειάζεται λοιπόν να εμφανιστεί ως μια συνειδητή απόφαση να μη θεραπευτεί μια γυναίκα. Μπορεί να είναι πολύ πιο αθόρυβη: ένα σύμπτωμα που δεν αναφέρεται, μια ερώτηση που δεν γίνεται, μια διάγνωση που δεν τίθεται και μια θεραπεία που δεν αναζητείται ποτέ.

Όχι, δεν είναι «όλα ψυχολογικά»

Αυτή η κοινωνική διάσταση δεν πρέπει, από την άλλη πλευρά, να μας οδηγήσει στην αντίθετη υπεραπλούστευση: ότι η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία είναι αποτέλεσμα κοινωνικών αντιλήψεων ή ψυχολογικών παραγόντων.

Υπάρχουν απολύτως πραγματικοί βιολογικοί μηχανισμοί. Ορμονικές μεταβολές, εμμηνόπαυση, διαβήτης, καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνου, νευρολογικές παθήσεις, χρόνιος πόνος και διάφορες φαρμακευτικές αγωγές μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία. Παράλληλα, το άγχος, η κατάθλιψη, η εικόνα σώματος, το στρες, προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες και η ποιότητα της σχέσης μπορούν επίσης να διαδραματίσουν ρόλο. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.

Η σύγχρονη επιστημονική προσέγγιση είναι αυτή ακριβώς: να εγκαταλείψουμε το δίλημμα «είναι οργανικό ή είναι ψυχολογικό;» και να εξετάσουμε τη γυναίκα συνολικά.

Τι γίνεται στην Ελλάδα;

Το θέμα έχει απασχολήσει και την ελληνική επιστημονική κοινότητα. Ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης δημοσίευσαν ανασκόπηση με έναν τίτλο που δύσκολα περνά απαρατήρητη: Female Sexual Dysfunction: A Problem Hidden in the Shadows — «Γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία: ένα πρόβλημα κρυμμένο στις σκιές».

Οι Έλληνες επιστήμονες σημειώνουν ότι η FSD έχει υπάρξει σε μεγάλο βαθμό υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν τη σημαντική πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην έρευνα και την κλινική αντιμετώπισή της. Η ανασκόπηση εξετάζει επίσης τη σχέση της γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου και νόσο.

Υπάρχει όμως μια σημαντική επιστημονική γραμμή που δεν πρέπει να ξεπεράσουμε: Δεν διαθέτουμε επαρκή ελληνικά δεδομένα ώστε να πούμε ότι η πατριαρχική αντίληψη αποτελεί αποδεδειγμένη αιτία της υποδιάγνωσης της FSD ειδικά στην Ελλάδα. Μια τέτοια διατύπωση θα πήγαινε πιο μακριά από τα στοιχεία.

Μπορούμε όμως να εντάξουμε την ελληνική πραγματικότητα μέσα στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο: οι έμφυλοι κοινωνικοί κανόνες και οι σχέσεις εξουσίας επηρεάζουν την υγεία, τη συμπεριφορά αναζήτησης βοήθειας και την πρόσβαση στις υπηρεσίες, ενώ η ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι η FSD παραμένει υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα, επομένως, είναι και κοινωνικό και ιατρικό: θεωρούμε πραγματικά τη σεξουαλική ευεξία μιας γυναίκας ισότιμο κομμάτι της υγείας της;

Το σεξουαλικό σύμπτωμα που κανείς δεν ρωτά

Υπάρχει τελικά και ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα: ποιος ανοίγει τη συζήτηση;

  • Ο γυναικολόγος;
  • Ο γενικός γιατρός;
  • Ο ενδοκρινολόγος;
  • Ο ψυχίατρος;
  • Ο ουρολόγος;
  • Ένας ειδικός στη σεξουαλική ιατρική;

Η γυναίκα μπορεί να περιμένει από τον γιατρό να τη ρωτήσει. Ο γιατρός μπορεί να θεωρεί ότι, εάν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα, η ασθενής θα το είχε αναφέρει. Και ανάμεσα στις δύο σιωπές μπορεί να χαθεί η διάγνωση.

Η πρόσφατη έρευνα στην πρωτοβάθμια περίθαλψη δείχνει ακριβώς γιατί αυτή η συζήτηση έχει σημασία: παρά την ύπαρξη θεραπειών, η διαχείριση της FSD δεν φαίνεται να έχει ενσωματωθεί στην πρωτοβάθμια φροντίδα με τον ίδιο τρόπο που έχει ενσωματωθεί η αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας.

Το πραγματικό χάσμα δεν βρίσκεται στο φαρμακείο

Ίσως τελικά έχουμε θέσει λάθος ερώτημα γύρω από τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία. Δεν είναι «γιατί υπάρχουν φάρμακα για τους άνδρες και όχι για τις γυναίκες;»:

  • Φάρμακα για συγκεκριμένες γυναικείες σεξουαλικές διαταραχές υπάρχουν.
  • Μελέτες υπάρχουν.
  • Ψυχοθεραπευτικές και άλλες παρεμβάσεις υπάρχουν.
  • Νέες θεραπείες αναπτύσσονται.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Αφού το πρόβλημα είναι τόσο συχνό και υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές, γιατί τόσες γυναίκες εξακολουθούν να μη φτάνουν στη διάγνωση και στην κατάλληλη θεραπεία;

  • Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στην πολυπλοκότητα της γυναικείας σεξουαλικής λειτουργίας και στην ανάγκη εξειδικευμένης φροντίδας.
  • Ένα άλλο βρίσκεται στο στίγμα και στην αμηχανία που εξακολουθούν να περιβάλλουν τη σεξουαλική υγεία.

Και ένα ακόμη βρίσκεται βαθύτερα: σε κοινωνικές αντιλήψεις που για πολύ καιρό συνέδεσαν το γυναικείο σώμα περισσότερο με την αναπαραγωγή και τη μητρότητα παρά με την επιθυμία, την απόλαυση και τη σεξουαλική αυτονομία.

Η σύγχρονη αντίληψη της υγείας είναι διαφορετική. Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει τη σεξουαλική υγεία ως μέρος της συνολικής υγείας και ευεξίας και συνδέει ρητά τη θετική σεξουαλική εμπειρία με την ασφάλεια, τον σεβασμό και την απουσία διακρίσεων και εξαναγκασμού.

Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια της επιθυμίας, η δυσκολία διέγερσης ή οργασμού και ο πόνος που προκαλεί δυσφορία δεν είναι κάτι που μια γυναίκα πρέπει απλώς να αποδεχθεί επειδή γέννησε, μεγάλωσε, μπήκε στην εμμηνόπαυση ή επειδή «υπάρχουν σημαντικότερα προβλήματα». Είναι ζητήματα υγείας.

Και ίσως η πραγματική ισότητα στη σεξουαλική υγεία να αρχίζει ακριβώς από εκεί: από τη στιγμή που η σεξουαλική ευεξία μιας γυναίκας παύει να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια και αναγνωρίζεται ως κομμάτι της υγείας της.

Πηγή:https://www.newsbeast.gr
Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com

 

Related posts

TRICOLORE CLASSIC RUN ATHENS RIVIERA

xristiana

Το 1ο Πειραματικό Νηπιαγωγείο Χαλανδρίου σας προσκαλεί στην εκδήλωση «Νοιάζομαι για το παιδί μου γυμνάζομαι με το παιδί μου»

xristiana

«Η μεγάλη πλεκτάνη» στο ανοιχτό θέατρο «Σάρα» Μαρκοπούλου

xristiana