ΚεντρικήΥγεία

Syros Healing Waves II: Η διαδρομή από την «ντροπή στην αποδοχή» – Πότε θα πρέπει κάποιος να αναζητήσει βοήθεια

10/9/2026

Η επιστήμη, η ψυχική υγεία, η τέχνη και η μουσική, με επίκεντρο τον άνθρωπο, συναντώνται στη Σύρο, από την 1η έως τις 4 Οκτωβρίου, στο Syros Healing Waves II – Η Ελλάδα θεραπεύει, με κεντρικό θέμα «Από τη Ντροπή στην Αποδοχή».

Η φετινή διοργάνωση επιχειρεί να αναδείξει ζητήματα που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, το τραύμα, τη συμπερίληψη και την ανθρώπινη σύνδεση, μέσα από επιστημονικές ομιλίες, βιωματικά εργαστήρια και πολιτιστικές δράσεις.

Περισσότεροι από 30 επιστήμονες και επαγγελματίες υγείας, με κεντρικό επιστημονικό πρόσωπο τον καθηγητή Γεώργιο Χρούσο, συμμετέχουν σε μια ευρύτερη συζήτηση για τον εγκέφαλο και το σώμα, το τραύμα, τη χαρά, τη νευροδιαφορετικότητα, την ταυτότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις, φωτίζοντας τις σύγχρονες προκλήσεις στον χώρο της ψυχικής υγείας.

Το φεστιβάλ ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τη συμπερίληψη, ξεκινώντας από το πιο προσωπικό επίπεδο: την ικανότητα του ανθρώπου να αποδέχεται ολόκληρη την εμπειρία του. Γιατί η αποδοχή δεν σημαίνει ότι όλα είναι εύκολα. Σημαίνει ότι κανένα κομμάτι του εαυτού δεν χρειάζεται να κρυφτεί για να υπάρξει σύνδεση.

Εμπνεύστρια του «Syros Healing Waves Festival – Η Ελλάδα θεραπεύει» είναι η ψυχοθεραπεύτρια Δέσποινα Πλουσίου, με ειδίκευση στο ψυχικό τραύμα. Με αφορμή τη φετινή διοργάνωση, το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνομίλησε με την κ. Πλουσίου για την ενσυναίσθηση, την επιθυμία και την ανθρώπινη σύνδεση, αλλά και για τον δρόμο από τη ντροπή στην αποδοχή και τη θεραπεία.

Σε ερώτηση πώς γεννιέται η «τοξική ντροπή» μετά από ένα τραυματικό ή κακοποιητικό βίωμα και γιατί το άτομο συχνά καταλήγει να πιστεύει ότι «φταίει το ίδιο» ή ότι είναι το ίδιο «λάθος», η κ. Πλουσίου απαντά:

«Η ενοχή αφορά πρωτίστως την πράξη: «Έκανα κάτι λάθος»

Η ντροπή αφορά την αξιολόγηση του εαυτού: “Κάτι δεν πάει καλά με εμένα”. Στο διαπροσωπικό και ιδιαίτερα στο αναπτυξιακό τραύμα, η ντροπή δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Μπορεί να ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, την αξία του και τη θέση του στις σχέσεις.

Όταν ένα παιδί ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα με φόβο ή απειλή, μπορεί να επηρεαστεί ο τρόπος με τον οποίο ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος ανιχνεύει τον κίνδυνο, ρυθμίζει το συναίσθημα και οργανώνει τις αναμνήσεις. Σε αυτές τις λειτουργίες συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, η αμυγδαλή, ο ιππόκαμπος και ο προμετωπιαίος φλοιός.

Όταν, μάλιστα, η πηγή του φόβου είναι ο ίδιος άνθρωπος από τον οποίο το παιδί εξαρτάται για ασφάλεια και φροντίδα, δημιουργείται ένα βαθύ αναπτυξιακό παράδοξο. Το παιδί δεν μπορεί εύκολα να σκεφτεί “ο άνθρωπος που χρειάζομαι δεν είναι ασφαλής”. Συχνά είναι ψυχικά περισσότερο ανεκτό να στραφεί προς τον εαυτό του: “εγώ φταίω”.

Η αυτοενοχοποίηση μπορεί έτσι να διατηρεί μια αίσθηση ελέγχου: “Αν το πρόβλημα είμαι εγώ, ίσως μπορώ να αλλάξω και να σταματήσει αυτό που συμβαίνει”. Όταν όμως αυτή η απόδοση ευθύνης παγιωθεί, μπορεί να μετατραπεί σε αρνητικό αυτοσχήμα: “δεν αξίζω”, “είμαι ανεπαρκής”, “είμαι ελαττωματικός”.

Αυτός είναι ο πυρήνας της τραυματικής ντροπής. Η ευθύνη για αυτό που έκανε ο άλλος εσωτερικεύεται ως αρνητική πεποίθηση για το ποιος είμαι εγώ.

Και γι’ αυτό η θεραπεία του τραύματος δεν αφορά μόνο την ανάμνηση του γεγονότος. Αφορά και την επανοργάνωση του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται την ασφάλεια, την ευθύνη και τελικά τον ίδιο του τον εαυτό».

Πώς εκφράζεται η βαθιά ντροπή

Ερωτηθείσα η κ. Πλουσίου για τους συνηθισμένους τρόπους με τους οποίους η βαθιά ντροπή κρύβεται πίσω από συγκεκριμένες συμπεριφορές και πότε θα πρέπει κάποιος να αναζητήσει βοήθεια, απαντά:

«Η βαθιά (υπαρξιακή) ντροπή σπάνια εμφανίζεται με τη φράση “ντρέπομαι για τον εαυτό μου”. Συχνότερα εκφράζεται έμμεσα, μέσα από συμπεριφορές που λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στην πιθανότητα έκθεσης, απόρριψης ή απαξίωσης. Μπορεί να εμφανιστεί ως τελειομανία, υπερβολική ανάγκη ελέγχου, διαρκή αυτοκριτική, δυσκολία αποδοχής επαίνου ή ως επίμονη ανάγκη επιβεβαίωσης. Σε άλλους ανθρώπους εκφράζεται με απόσυρση, αποφυγή οικειότητας, δυσκολία να ζητήσουν βοήθεια ή έντονη ευαισθησία στην κριτική. Και κάποιες φορές εμφανίζεται με την αντίθετη μορφή, θυμό, επιθετικότητα, υποτίμηση των άλλων ή έντονη αμυντικότητα.

Νευροβιολογικά, η ντροπή δεν αποτελεί λειτουργία μιας συγκεκριμένης περιοχής του εγκεφάλου. Εμπλέκει δίκτυα που σχετίζονται με την αντίληψη κοινωνικής απειλής, την αυτοαξιολόγηση και τη ρύθμιση του συναισθήματος. Γι’ αυτό και μια φαινομενικά μικρή κριτική μπορεί, σε έναν άνθρωπο με βαθιά εδραιωμένη ντροπή, να βιωθεί όχι απλώς ως “έκανα λάθος”, αλλά ως απειλή προς την ίδια την αξία και την αποδοχή του.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο “τι κάνει αυτός ο άνθρωπος;”, αλλά “από τι προσπαθεί να προστατευτεί μέσα από αυτή τη συμπεριφορά;”. Η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όταν η ντροπή αρχίζει να περιορίζει τις σχέσεις, την εργασία, τη δυνατότητα οικειότητας και αυθεντικής έκφρασης ή όταν συνδέεται με επίμονη αυτοϋποτίμηση, απομόνωση και έντονη ψυχική δυσφορία.

Γιατί πολλές φορές αυτό που βλέπουμε ως “δύσκολη συμπεριφορά” δεν είναι ο πυρήνας του προβλήματος. Είναι η άμυνα απέναντι σε μια πολύ βαθύτερη πεποίθηση: “αν με δουν πραγματικά, δεν θα με αποδεχθούν”».

Πώς μπορεί να γίνει το δύσκολο βήμα από τη ντροπή στην αποδοχή

Σύμφωνα με την κ. Πλουσίου, «η ντροπή γεννιέται και συντηρείται μέσα στη σχέση με τον άλλον. Γι’ αυτό και η θεραπεία της δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά μια εσωτερική, γνωστική διαδικασία. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι η έκθεση του πραγματικού του εαυτού μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη, ταπείνωση ή εγκατάλειψη, χρειάζεται σταδιακά να αποκτήσει μια διαφορετική εμπειρία. Να μπορεί να είναι ορατός χωρίς να κινδυνεύει.

Εδώ η ασφαλής θεραπευτική σχέση έχει ιδιαίτερη σημασία. Μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αποδοχής, συναισθηματικού συντονισμού και συν-ρύθμισης, το νευρικό σύστημα μπορεί σταδιακά να πάψει να αντιμετωπίζει την εγγύτητα και την ευαλωτότητα ως απειλή. Η νευροπλαστικότητα μας δείχνει ότι ο εγκέφαλος δεν είναι ένα στατικό σύστημα. Συνεχίζει να μεταβάλλεται μέσα από νέες και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες.

Αλλά η αποδοχή δεν είναι μόνο θεραπευτικό ζήτημα. Είναι και κοινωνικό. Ο στιγματισμός, ο αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση μπορούν να ενισχύσουν τη ντροπή, ενώ η συμπερίληψη και το αίσθημα του ανήκειν μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Επομένως, η μετάβαση από τη ντροπή στην αποδοχή δεν σημαίνει ότι εξαφανίζω όσα μέσα μου είναι δύσκολα ή ευάλωτα.

Σημαίνει ότι μπορώ να στραφώ προς αυτά με διαφορετικό τρόπο. Ότι μπορώ να δω ακόμη και τα κομμάτια του εαυτού μου που έμαθαν να κρύβονται, χωρίς να τα απορρίπτω. Να τα κατανοώ, να τα φροντίζω και να μην αφήνω πια τη ντροπή τους να καθορίζει την αξία μου».

Πηγή:https://www.newsbeast.gr
Πηγή φωτογραφίας: https://secure.gravatar.com

Related posts

Ξεκινάει ο νέος κύκλος αιμοδοσίας στον Δήμο Δέλτα

xristiana

Ευρώπη, ΗΠΑ, Ασία: Το βόρειο ημισφαίριο βιώνει έναν πρωτοφανή καύσωνα που απειλεί να σπάσει πολλά ρεκόρ

xristiana

Γιατί οι άνδρες πρέπει να απέχουν από το αλκοόλ τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη σύλληψη

xristiana