Ντίνο Ρίζι 1916 – 2008

Ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Μαζί με τους Μάριο Μονιτσέλι, Λουΐτζι Κομεντσίνι, Νάνι Λόι και Έτορε Σκόλα, καθόρισε το κινηματογραφικό είδος, που ονομάστηκε κωμωδία αλά Ιταλικά και μπορούμε να την ορίσουμε ως τη σύμμειξη του νεορεαλισμού με την παλιά ναπολιτάνικη ηθογραφία ενός Εντουάρντο ντε Φίλιπο. Οι ταινίες της πρώτης περιόδου του Ρίζι αποτελούν ένα γλυκόπικρο χρονικό του ιταλικού μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος.

Ο Κονσταντίνο Ρίζι (Dino Risi) γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1916 στο Μιλάνο. Ο πατέρας του ήταν γιατρός στη Σκάλα του Μιλάνου, αλλά τον άφησε ορφανό σε ηλικία 12 ετών. Σπούδασε ιατρική, όπως επιθυμούσαν οι θείοι του που ανέλαβαν την κηδεμονία του και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική. Ένα τυχαίο γεγονός του άλλαξε κατεύθυνση και τη ζωή του ολόκληρη. Το 1940 συναντήθηκε στην μπουτίκ ενός φίλου του με τον νεαρό σκηνοθέτη Αλμπέρτο Λατουάντα, ο οποίος έψαχνε βοηθό σκηνοθέτη για μια ταινία. Ο Ντίνο δέχθηκε και από τότε αφιερώθηκε ολόψυχα στην 7η Τέχνη.

Από το 1946 έως το 2002 γύρισε 80 ταινίες (μικρού και μεγάλου μήκους) για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και σκηνοθέτησε εμβληματικούς ιταλούς ηθοποιούς, όπως η Σοφία Λόρεν, ο Βιτόριο Γκάσμαν, ο Αλμπέρτο Σόρντι, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και ο Ούγκο Τονιάτσι. Μεγάλες επιτυχίες του θεωρούνται οι ταινίες: Φτωχοί, αλλά Ωραίοι (1957), Ο Φανφαρόνος (1962), Τα Τέρατα (1963) και το αριστουργηματικό Άρωμα Γυναίκας (1974), μία κωμωδία για έναν άνδρα που είναι διχασμένος ανάμεσα στον πόθο της αγάπης και στην επιθυμία του θανάτου. Η ταινία χάρισε στον Βιτόριο Γκάσμαν το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου στις Κάννες το 1975 και στον Ρίζι μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Σεναρίου το 1976. Πιο γνωστή μας είναι η αμερικανική εκδοχή της ταινίας, που σκηνοθέτησε ο Μάρτιν Μπρεστ το 1992, με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο. Το 2002 τιμήθηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στη Μόστρα της Βενετίας για το σύνολο του έργου.

Ο Ντίνο Ρίζι πέθανε σε βαθύ γήρας στις 7 Ιουνίου 2008 στη Ρώμη. Η κριτική τού αναγνώρισε την ικανότητα «να παντρεύει το λαϊκό πνεύμα με τη Μέθοδο, το χυδαίο χιούμορ με μία υποδόρια ηθική». Από τον γάμο του με την Κλαούντια, με την οποία χώρισε τη δεκαετία του ’80, απέκτησε δύο γιους, τον Κλάουντιο και τον Μάρκο, που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *