Αυξάνεται ο κίνδυνος επισιτιστικής ασφάλειας λόγω κλιματικής αλλαγής

14

5/1/2015

Του Κοσμά Ζακυνθινού
kzakinthinos@pegasus.gr

Σοβαρές επιπτώσεις στις καλλιέργειες, στα αποθέματα νερού, στη στάθμη των θαλασσών και κατά συνέπεια στις ζωές εκατομμυρίων πολιτών επιφέρουν οι απότομες αλλαγές των θερμοκρασιών του πλανήτη, με τα ακραία καιρικά φαινόμενα να εντάσσονται πλέον στη σφαίρα των φυσιολογικών συνθηκών στις επόμενες δεκαετίες.

Τα συχνά και αναπόφευκτα κύματα καύσωνα ή πολικού ψύχους που δημιουργούν «έναν κόσμο αυξημένου κινδύνου και αστάθειας», όπως επισημαίνει σε έκθεσή της η Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος των Ηνωμένων Εθνών (IPCC) στη πρόσφατη μελέτη της με τίτλο «Κλιματική αλλαγή 2014: Επιπτώσεις, Προστασία και Ευπάθεια» τονίζει τα προβλήματα της έλλειψης νερού, του αριθμού των μεγάλων πλημμύρων, της μετανάστευσης, της επισιτιστικής ανασφάλειας και της φτώχειας.

Μάλιστα, όπως αναφέρει η έκθεση για την κλιματική αλλαγή, επισημαίνει πως οι κίνδυνοι είναι «υψηλοί έως πολύ υψηλοί», εάν οι θερμοκρασίες αυξηθούν πάνω από τους 4 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή. Αλλά ακόμη και αν η θερμοκρασία αυξηθεί μεταξύ 1 έως 2 βαθμών Κελσίου, οι κίνδυνοι θα αυξάνονται αναλογικά.

Αυξάνεται ο κίνδυνος επισιτιστικής ασφάλειας λόγω κλιματικής αλλαγής

Ειδικότερα, στην Αφρική, η μικρή πρόσβαση στο νερό είναι μία από τις πιο σημαντικές πτυχές της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Στην Ευρώπη, είναι η αύξηση των πλημμύρων και οι επιπτώσεις τους στις υποδομές. Στην Ασία, οι πλημμύρες και τα κύματα καύσωνα μπορεί να προκαλέσουν σημαντική αύξηση της μετανάστευσης.

Η Βόρεια Αμερική θα επηρεαστεί από πιο ακραία φυσικά φαινόμενα όπως, καύσωνες, παράκτιες πλημμύρες, πυρκαγιές.

Η Λατινική Αμερική θα αντιμετωπίσει πρόβλημα με την πρόσβαση σε νερό. Οι πολικές περιοχές και τα νησιά θα επηρεαστούν ιδιαίτερα από το θερμότερο κλίμα, μέσω της ταχείας τήξης των παγετώνων και της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Θύλακες φτώχειας
Το θερμότερο κλίμα θα έχει επίσης αντίκτυπο στην ασφάλεια των τροφίμων, ιδίως στον Νότο, στην κατανομή των θαλάσσιων ειδών και ως εκ τούτου στην αλιεία ενώ θα προκαλέσει αλλαγές στην γεωργική παραγωγή, με πιθανά οφέλη για ορισμένες περιοχές. Εάν και οι συνολικές οικονομικές επιπτώσεις «είναι δύσκολο να εκτιμηθούν», όπως αναφέρει η IPCC, η κλιματική αλλαγή, ωστόσο, θα «επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη τη μείωση της ασφάλειας των τροφίμων και θα δημιουργήσει νέους θύλακες φτώχειας».

Η επιδείνωση των ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως οι παράκτιες πλημμύρες, οι ξηρασίες και τα κύματα καύσωνα, θα οδηγήσει επίσης σε αύξηση της μετανάστευσης η οποία σε συνδυασμό με τη δυσκολότερη πρόσβαση σε νερό και σε τρόφιμα «θα αυξήσει έμμεσα τον κίνδυνο των βίαιων συγκρούσεων». Ακόμη θα καταγραφεί αύξηση των προβλημάτων υγείας που προκαλούνται από τα κύματα καύσωνα σε φτωχές περιοχές με υποσιτισμό και κακή ποιότητα νερού.

Επειδή ακριβώς, το ατμοσφαιρικό σύστημα της Γης έχει «κλειδώσει» σήμερα σε μια αύξηση της θερμοκρασίας της τάξεως των 1,5 βαθμών Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, μέχρι τα μέσα του αιώνα, ενδεχομένως ήδη να είναι πολύ αργά για να αποτρέψουμε περιστατικά ακραίων καιρικών φαινομένων, αναφέρουν χαρακτηριστικά επιστήμονες από το Ινστιτούτο Πότσνταμ για την Έρευνα σχετικά με τις Κλιματικές Επιπτώσεις.

Μείωση καλλιεργειών
Όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως πλημμύρες και ξηρασίες, θα οδηγήσουν σε μειώσεις ορισμένων καλλιεργιών σε ορισμένες περιοχές. Αυτό μπορεί να αποτελεί απλά μια ενόχληση για τους ανθρώπους στις αναπτυγμένες χώρες, όταν πρόκειται για τροφές όπως το λάιμ και το αβοκάντο, η κατάσταση θα είναι πολύ πιο δύσκολη όταν οι μειώσεις αφορούν σε καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι και το σιτάρι, για τις χώρες που ήδη αγωνίζονται να θρέψουν τους πληθυσμούς τους.

Οι ελλείψεις σε τρόφιμα και οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, οι οποίες αυξάνουν τον αριθμό των υποσιτιζόμενων ανθρώπων, είναι μια ιδιαίτερη ανησυχία σε εκείνα τα μέρη που ήδη υποφέρουν από επισιτιστική ανασφάλεια, όπως μεγάλα τμήματα της Αφρικής.

Σε αντίθεση με τις πλημμύρες, η ξηρασία είναι σπάνια μια άμεση «δολοφόνος». Όμως εξαιρετικά ξηρές συνθήκες που διαρκούν για μήνες ή χρόνια μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη τροφίμων και νερού και την αύξηση των τιμών των τροφίμων, κατί το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις. Οι ξηρασίες έχουν επίσης τεράστιο οικονομικό κόστος, ακόμη και στις αναπτυγμένες χώρες.

Η Νέα Ζηλανδία, για παράδειγμα, έχασε πάνω από 3 δισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ του 2007 με 2009, λόγω της μειωμένης παραγωγής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων από την ξηρασία.

Επιπτώσεις στην υγεία

Την ίδια στιγμή, επιστήμονες αναφέρουν ότι έως στην επόμενη 35ετία η αξία των θρεπτικών συστατικών στα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες γεωργικής καλλιέργειας θα έχουν πτωτική πορεία λόγω των συνεχώς αυξανόμενων επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Μελέτη που πραγματοποίησαν ερευνητές από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, το Ισραήλ και την Ιαπωνία, με επικεφαλής τον καθηγητή περιβαλλοντικής υγείας Σάμουελ Μάγιερς της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, «κρούει» τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς τα επίπεδα ζωτικών συστατικών, όπως ο ψευδάργυρος, ο σίδηρος, οι πρωτεϊνες κ.τ.λ σε τρόφιμα όπως το σιτάρι και το ρύζι, είναι πιθανό να μειωθούν έως 10% έως το 2050.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να έχει επιπτώσεις για την υγεία εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων ανθρώπων, ιδίως στις φτωχότερες χώρες, καθώς ήδη το περίπου 35% του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρει από έλλειψη σιδήρου και ψευδαργύρου, γεγονός που οδηγεί στην απώλεια περίπου 63 εκατ. ετών ζωής ετησίως.

«Σχεδόν 2 δισ. άνθρωποι παίρνουν από τα δημητριακά και τα όσπρια τουλάχιστον το 70% του σιδήρου και του ψευδαργύρου του οργανισμού τους», όπως αναφέρει ο επικεφαλής της έρευνας, Σάμουελ Μάγιερς, υπογραμμίζοντας πως «δεν αποτελεί ενδεδειγμένη λύση να τρώει κανείς στο μέλλον περισσότερο για να αναπληρώσει την ελλιπή θρεπτική αξία των τροφίμων, γιατί αυτό θα είχε ως συνέπεια την παχυσαρκία και διάφορες παθήσεις».

Στα νέα πειράματα, που αφορούσαν την καλλιέργεια 41 διαφορετικών ποικιλιών δημητριακών και οσπρίων σε ανοιχτές αγροτικές εκτάσεις, το διοξείδιο του άνθρακα είχε τεχνητά αυξηθεί προκειμένου να φτάσει στα επίπεδα που αναμένεται στο μέσον του αιώνα μας (στα 546 έως 568 μέρη ανά εκατομμύριο, από περίπου 400 μέρη σήμερα και 280 μέρη πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση).

Μέχρι στιγμής, οι επιστήμονες δεν είναι σίγουροι μέσω ποιων ακριβώς βιολογικών μηχανισμών το αυξημένο διοξείδιο της ατμόσφαιρας υποσκάπτει τη θρεπτική αξία των τροφίμων. Πάντως το ρύζι, ιδίως μερικές ποικιλίες του, φαίνεται να είναι περισσότερο ανθεκτικό σε σχέση με τα άλλα δημητριακά και όσπρια, όσον αφορά τη διατήρηση των θρεπτικών συστατικών του. Από την άλλη, οι συνέπειες για την περιεκτικότητα των τροφών σε πρωτεΐνες είναι λιγότερο ξεκάθαρες από ό,τι για τον ψευδάργυρο και τον σίδηρο.