Βελτιωμένη ποιότητα ζωής προσφέρει η σιταγλιπτίνη στους ασθενείς με διαβήτη

53

1\7\14

Λιγότερα υπογλυκαιμικά επεισόδια κατά τη διάρκεια της νύχτας και καθυστέρηση έναρξης της θεραπείας με ινσουλίνη έχει ως αποτέλεσμα ηθεραπεία του διαβήτη τύπου ΙΙ με σιταγλιπτίνη, σύμφωνα με στοιχεία μελέτης φάσης ΙΙΙ που παρουσιάστηκαν κατά την διάρκεια της 74ης Ετήσιας Συνάντησης της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ADA), στο Σαν Φρανσίσκο.

Πιο αναλυτικά, τα αποτελέσματα της εκ των υστέρων ανάλυσης της αρχικής μελέτης Φάσης ΙΙΙ, 660 ασθενών, διάρκειας 24 εβδομάδων, έδειξε ότι οιασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ που ήταν υπό εντατική αγωγή με γλαργινική ινσουλίνη και λάμβαναν σιταγλιπτίνη μία φορά την ημέρα, είχαν λιγότερα υπογλυκαιμικά επεισόδια κατά τη διάρκεια της νύχτας. Επίσης, η ανάλυση έδειξε πως μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που τυχαιoποιήθηκαν στο σκέλος της σιταγλιπτίνης πέτυχαν τον κλινικό στόχο για γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη <7% χωρίς υπογλυκαιμικά επεισόδια κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε σύγκριση με το σκέλος του εικονικού φαρμάκου.

Αντίστοιχα, τα αποτελέσματα της αναδρομικής μελέτης παρατήρησης 7.728 ασθενών για διάστημα 7 ετών, έδειξαν ότι εκείνοι που λάμβαναν συνδυαστική θεραπεία με σιταγλιπτίνη και μετφορμίνη ξεκίνησαν θεραπεία με ινσουλίνη αργότερα σε σχέση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία συνδυασμού σουλφονυλουρίας και μετφορμίνης. Πιο συγκεκριμένα, οι ασθενείς που λάμβαναν σιταγλιπτίνη και μετφορμίνη είχαν 24% λιγότερες πιθανότητες να ξεκινήσουν θεραπεία με ινσουλίνη κατά την περίοδο που διήρκεσε η μελέτη, σε σχέση με τους ασθενείς που έπαιρναν σουλφονυλουρία.

Η σιταγλιπίνη ενδείκνυται σε ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου:
ως μονοθεραπεία σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με δίαιτα και άσκηση μόνον και για τους οποίους η μετφορμίνη δεν είναι κατάλληλη λόγω αντενδείξεων ή μη ανεκτικότητας.
ως διπλή από του στόματος χορηγούμενη θεραπεία σε συνδυασμό με:

  • μετφορμίνη όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με μετφορμίνη μόνο δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο.
  • μία σουλφονυλουρία όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με την μέγιστη ανεκτή δόση μιας σουλφονυλουρίας μόνο δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο και όταν η μετφορμίνη δεν είναι κατάλληλη, λόγω αντενδείξεων ή μη ανεκτικότητας.
  • έναν ενεργοποιημένο υποδοχέα του γάμα (PPARγ) αγωνιστή που επάγει τον πολλαπλασιασμό των υπεροξεισωμάτων (π.χ. μία θειαζολιδινεδιόνη), όταν η χρήση ενός PPARγ αγωνιστή είναι κατάλληλη και όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με τον PPARγ αγωνιστή μόνο δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο.

ως τριπλή από του στόματος χορηγούμενη θεραπεία σε συνδυασμό με:

  • μία σουλφονυλουρία και μετφορμίνη όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με τη διπλή θεραπεία με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο.
  • έναν PPARγ αγωνιστή και μετφορμίνη, όταν η χρήση ενός PPARγ αγωνιστή είναι κατάλληλη και όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με τη διπλή θεραπεία με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο.

Η σιταγλιπίνη ενδείκνυται επίσης ως προστιθέμενη θεραπεία στην ινσουλίνη (με ή χωρίς μετφορμίνη), όταν η δίαιτα και η άσκηση μαζί με σταθερή δόση ινσουλίνης δεν παρέχουν επαρκή γλυκαιμικό έλεγχο.

Παγκόσμια πρόκληση η διαχείριση του διαβήτη
Η αντιμετώπιση του διαβήτη αποτελεί παγκόσμια πρόκληση, αφού σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα (2013), 382 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από διαβήτη, με το 50% περίπου των ασθενών να παραμένουν αδιάγνωστοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι το 2035, ο αριθμός των ασθενών παγκοσμίως, αναμένεται να ξεπεράσει τα 500 εκατομμύρια. Στην Ελλάδα τα άτομα με διαβήτη ανέρχονται σήμερα σε 584.600, δηλαδή ποσοστό περίπου 7% του γενικού πληθυσμού σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

Όταν κάποιος πάσχει από διαβήτη τύπου ΙΙ, ο οργανισμός δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη ή/και η ινσουλίνη που παράγεται δεν λειτουργεί σωστά. Αυτό προκαλεί υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, ενώ μπορεί ακόμα και να αναγκάσει τον οργανισμό να παράγει γλυκόζη, χωρίς να τη χρειάζεται. Δεν υπάρχει ίαση για το διαβήτη τύπου ΙΙ και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως καρδιαγγειακή νόσο και εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο διαβήτης τύπου ΙΙ είναι μια εξελισσόμενη νόσος, τέτοια που, με την πάροδο του χρόνου, πολλοί ασθενείς χρειάζεται να προσθέσουν ινσουλίνη στη θεραπευτική τους αγωγή, προκειμένου να διατηρήσουν σταθερά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Η θεραπεία με ινσουλίνη μπορεί να οδηγήσει σε επεισόδια υπογλυκαιμίας, που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας, ενώ ο ασθενής κοιμάται. Η υπογλυκαιμία προκαλεί ανησυχία τόσο στους ασθενείς όσο και στους γιατρούς, γι’ αυτό οι θεραπευτικές προσεγγίσεις που ελαττώνουν δυνητικά τη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας -συνολικά ή κατά τη διάρκεια της νύχτας- είναι πολύ σημαντικές.

Δημιουργία μητρώου ασθενών
Στο πλαίσιο του συνεδρίου της ADA, η φαρμακευτική εταιρεία MSD ανακοίνωσε ότι θα στηρίξει τη δημιουργία διεθνούς μητρώου ασθενών με διαβήτη τύπου ΙΙ, πρωτοβουλία που θα ξεκινήσει πιλοτικά σε 4 χώρες, θα διαρκέσει 3 χρόνια και θα αφορά τη συλλογή δεδομένων από την υπάρχουσα κλινική εμπερία.

Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η βελτιστοποίηση της διαχείρισης της νόσου, μέσα από την αξιολόγηση διαφόρων παραμέτρων, όπως η αξιοποίηση των υγειονομικών πόρων, η συμμόρφωση στη θεραπεία, η ποιότητα ζωής και η ικανοποίηση των ασθενών. Η πρωτοβουλία αυτή θα διεξαχθεί σε περισσότερα από 900 κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιαπωνία και θα έχει ως επικεφαλής εξωτερικούς εμπειρογνώμονες.