Σε εξέλιξη μελέτη συνδυαστικής θεραπείας για την υπογονιμότητα

73

3\6\14

Ξεκίνησε η εγγραφή ασθενών στην μελέτη φάσης ΙΙΙ ESPART, που θα εξετάσει την αποτελεσματικότητα της ανασυνδυασμένης θυλακιοτροπίνηςάλφα και της ανασυνδυασμένης λουτροπίνης άλφα σεασθενείς με φτωχή ωοθηκική απάντηση. Η μελέτη έχει σκοπό να συμπεριλάβει 946 ασθενείς με προβλήματα υπογονιμότητας από 17 ευρωπαϊκές χώρες.

Η μελέτη ESPART (Evaluating the Efficacy and Safety of r-hFSH & r-hLH in ART – Αποτίμηση της Αποτελεσματικότητας και της Ασφάλειας των r-hFSH & r-hLHin στην Τεχνολογία Υποβοηθούμενης Γονιμοποίησης) έχει σκοπό να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του μοναδικού σκευάσματος που συνδυάζει την ανασυνδυασμένη θυλακιοτροπίνη άλφα και την ανασυνδυασμένη λουτροπίνη άλφα έναντι της ανασυνδυασμένης θυλακιοτροπίνης άλφα για πολλαπλή ωοθυλακική ανάπτυξη στο πλαίσιο ενός κύκλου θεραπείας με τεχνολογία υποβοηθούμενης γονιμοποίησης (Assisted Reproductive Technology – ART) σε γυναίκες με πτωχή απάντηση ωοθηκών (poor ovarian responders – POR). 

Κατά κανόνα, σε τέτοιες ασθενείς, αναπτύσσεται μικρός αριθμός ωοθυλακίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά συνέπεια ανακτάται μικρός αριθμός ωοκυττάρων μέσω της υποβοηθούμενης γονιμοποίησης (ART). 

Ο μοναδικός συνδυασμός  θυλακιοτροπίνης άλφα και λουτροπίνης άλφα είναι ένας καθορισμένος συνδυασμός ανασυνδυασμένης ανθρώπινης ορμόνης διέγερσης ωοθυλακίων (r-hFSH) και ανασυνδυασμένης ανθρώπινης ωχρινοτρόπου ορμόνης (r-hLH) που χορηγείται υποδόρια με ένεση.

Πιο αναλυτικά, η πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, απλή τυφλή κλινική μελέτη ESPART Φάσης III συγκρίνει τη συγχορήγηση ανασυνδυασμένης FSH με ανασυνδυασμένη LH (r-hFSH με r-hLH σε σχέση με τη χορήγηση μόνο ανασυνδυασμένης FSH r-FSH σε γυναίκες που ανήκουν στην κατηγορία της φτωχής ωοθηκικής ανταπόκρισης, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Συνεδρίασης Συναίνεσης (Consensus Meeting) της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE)3 το 2011.

Το κύριο καταληκτικό αποτέλεσμα της μελέτης ESPART είναι ο συνολικός αριθμός των ανακτώμενων ωοκυττάρων. Στα δευτερεύοντα καταληκτικά αποτελέσματα περιλαμβάνονται το ποσοστό συνεχιζόμενης κύησης, το ποσοστό των ζώντων νεογνών, το ποσοστό επιτυχούς εμφύτευσης εμβρύων, το ποσοστό κλινικής κύησης και το ποσοστό βιοχημικής κύησης. 

Ο σχεδιασμός αυτής της δοκιμής υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα μιας μετα-ανάλυσης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Reproductive Biology and Endocrinology. Αυτή η ανάλυση υποδεικνύει ότι ο συνδυασμός των ορμονών r-hFSH και r-hLH κατά τη διάρκεια της διέγερσης των ωοθηκών μπορεί να επιφέρει όφελος σε μια συγκεκριμένη υποομάδα ασθενών που ανήκουν στην κατηγορία της φτωχής ωοθηκικής ανταπόκρισης (POR).

Η μετα-ανάλυση ήταν μια ανασκόπηση 43 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών για τη διερεύνηση 6443 ασθενών. Τα αποτελέσματα αυτής της μετα-ανάλυσης έδειξαν ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στον αριθμό των ωοκυττάρων που ανακτήθηκαν για το συνολικό πληθυσμό ασθενών, μεταξύ της ομάδας στην οποία χορηγήθηκε r-hFSH με r-hLH και εκείνης στην οποία χορηγήθηκε μόνο r-hFSH (σταθμισμένη μέση διαφορά −0.03· 95% διάστημα εμπιστοσύνης −0.41 ως 0.34). 

Από τις ασθενείς, ωστόσο, με φτωχή ωοθηκική απάντηση, στις οποίες χορηγήθηκε r-hFSH με r-hLH, ανακτήθηκαν σημαντικά περισσότερα ωοκύτταρα σε σχέση με εκείνες στις οποίες χορηγήθηκε μόνον r-hFSH (n = 1077· σταθμισμένη μέση διαφορά +0.75 ωοκύτταρα· 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0.14–1.36). Επιπλέον, παρατηρήθηκε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό κλινικής κύησης με το συνδυασμό r-hFSH με r-hLH έναντι της μονοθεραπείας με r-hFSH, όχι μόνο στο συνολικό πληθυσμό ασθενών που αναλύθηκε (αναλογία κινδύνου 1.09· 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1.01–1.18), αλλά επίσης και στις ασθενείς με πτωχή ωοθηκική απόκριση, όπου αυτές οι διαφορές ήταν ακόμη πιο έντονες (n = 1179· αναλογία κινδύνου 1.30· 95% διάστημα εμπιστοσύνης 1.01–1.67· αρχικός πληθυσμός που κατέφυγε σε θεραπεία).

«Η τρέχουσα τάση στην κοινωνία είναι οι γυναίκες να καθυστερούν την εγκυμοσύνη και γι’ αυτό μπορεί να έχουν μικρότερες πιθανότητες κυοφορίας, λόγω μειωμένης ποσότητας και ποιότητας ωοκυττάρων στις ωοθήκες τους, οπότε νέες θεραπευτικές επιλογές είναι αναγκαίες για τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων επιτυχίας», εξηγεί ο Καθηγητής Πήτερ Χιουμάινταν του Πανεπιστημίου Αάρχους της Δανίας, κύριος ερευνητής της ESPART. 

«Με τη μελέτη ESPART ελπίζουμε ότι θα αποσαφηνίσουμε εάν οι γυναίκες με φτωχή ωοθηκική ανταπόκριση θα ωφεληθούν από την προσθήκη ανασυνδυασμένης ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) στα πρωτόκολλα της διέγερσης, ώστε να επιτευχθούν τελικά υψηλότερα ποσοστά κύησης», συμπληρώνει ο ερευνητής.