Η ασπιρίνη μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου στο παχύ έντερο

41

24/4/2014

Η ασπιρίνη μπορεί να συντελέσει στη μείωση του κίνδυνου εκδήλωσης καρκίνου του παχέος εντέρου έως και 50%, ειδικά σε άτομα που είναι φορείς ενός συγκεκριμένου γονίδιου, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Science Translational Medicine. 

Από παλαιότερες έρευνες έχει διαπιστωθεί ότι η τακτική χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, όπως η ασπιρίνη, μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου. Ωστόσο, η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Γενετικής του Καρκίνου, Σάνφορντ Μάρκοβιτς, διαπίστωσε ότι αυτό δεν ισχύει για όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνο για εκείνους που διαθέτουν ένα συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο. 

Οι επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Case Western Reserve, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, το Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και το Αντικαρκινικό Κέντρο Dana Farber, κατέληξαν στην συγκεκριμένη διαπίστωση μελετώντας ιατρικά αρχεία που αφορούσαν σε 128.000 άτομα, μεταξύ των οποίων και 270 με καρκίνο του παχέος εντέρου. 

Σε όσους συμμετέχοντες παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα ενός γονιδίου που ρυθμίζει το ένζυμο 15-PGDH, διαπιστώθηκε και μειωμένη κατά 50% πιθανότητα εκδήλωσης καρκίνου του παχέος εντέρου, εφόσον έπαιρναν ασπιρίνη. Αντιθέτως, η ασπιρίνη δεν είχε κανένα όφελος για όσους είχαν χαμηλή εντερική δραστηριότητα του γονιδίου. 

Οι ερευνητές εξηγούν ότι τόσο το γονίδιο όσο και η ασπιρίνη επιδρούν στην παραγωγή των προσταγλανδινών, ουσίες που διευκολύνουν την ανάπτυξη του καρκίνου στο παχύ έντερο. Το ένζυμο 15-PGDH, γενετικό αντίστοιχο της ασπιρίνης μειώνει την παραγωγή των προσταγλανδινών, άρα όταν στο άτομο συνυπάρχει το σωστό γενετικό υπόβαθρο και η χρήση ασπιρίνης, μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος καρκίνου. 

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο και η θνησιμότητα της νόσου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο έγκαιρα θα διαγνωστεί. 

Από την αμερικανική μελέτη διαπιστώνεται ότι η ασπιρίνη μπορεί να προστεθεί στο «οπλοστάσιο» των μέτρων πρόληψης κατά του καρκίνου του παχέος εντέρου, αρκεί να εντοπίζονται όσοι μπορούν πράγματι να ωφεληθούν, δηλαδή όσοι έχουν στον οργανισμό τους ενεργοποιημένο το εν λόγω γονίδιο.

Στόχος των επιστημόνων είναι να αναπτύξουν ένα γενετικό τεστ μέτρησης του 15-PGDH στο παχύ έντερο, ώστε να μπορούν οι κλινικοί γιατροί να λαμβάνουν εξατομικευμένες αποφάσεις σχετικά με την θεραπεία για κάθε ασθενή, με δεδομένο μάλιστα ότι η συχνή λήψη ασπιρίνης μπορεί να έχει παρενέργειες (όπως έλκος στομάχου). 

Ο Δρ Μάρκοβιτς εξηγεί ότι κάτι τέτοιο μπορεί να θεωρηθεί σχετικά εύκολο αφού κατά τη διάρκεια της κολονοσκόπησης ο γαστρεντερολόγος μπορεί εύκολα να παίρνει δείγμα από τον ιστό του εντέρου για να γίνει στη συνέχεια βιοψία και αναζήτηση του γονιδίου.

Επίσης οι ερευνητές σχεδιάζουν μια νέα τυχαιοποιημένη προοπτική κλινική δοκιμή, προκειμένου να επιβεβαιώσουν σε βάθος χρόνου τα ευρήματά τους σχετικά με την επιλεκτική προστατευτική δράση της ασπιρίνης ανάλογα με το γενετικό υπόβαθρο. 

Ασθενείς που ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου, θα πάρουν είτε ασπιρίνη, είτε εικονικό φάρμακο, ανάλογα με το αν διαθέτουν η όχι το γονίδιο, και στη συνέχεια θα συγκριθεί η συχνότητα της εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου στις δύο ομάδες.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

Πηγή:in.gr