Εγκρίθηκε η macitentan στη θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης

132

8/1/2014

Η δραστική ουσία macitentan, ένας νέος διπλός ανταγωνιστής των υποδοχέων της ενδοθηλίνης (ERA), έλαβε άδεια κυκλοφορίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μακροχρόνια θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης (ΠΑΥ) στην ΕΕ. Η πρώτη προγραμματισμένη κυκλοφορία του σκευάσματος εντός ΕΕ, αναμένεται στην Γερμανία τον Φεβρουάριο του 2014. 

Η macitentan, είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλη θεραπεία, ενδείκνυται για τη μακροχρόνια θεραπεία της Πνευμονικής Αρτηριακής Υπέρτασης (ΠΑΥ) σε ενήλικες ασθενείς σε Λειτουργικό Στάδιο (ΛΚ) ΙΙ – ΙΙΙ.

Η αποτελεσματικότητα της έχει αποδειχθεί σε πληθυσμό ασθενών με ΠΑΥ, συμπεριλαμβανομένης της ιδιοπαθούς και κληρονομικής ΠΑΥ, της ΠΑΥ που σχετίζεται με διαταραχές του συνδετικού ιστού και της ΠΑΥ που σχετίζεται με διορθωμένη απλή συγγενή καρδιοπάθεια.

Η macitentan (10mg) μειώνει επίσης τον κίνδυνο θανάτου λόγω ΠΑΥ ή νοσηλείας για ΠΑΥ έως το τέλος της θεραπείας (ΕΟΤ) κατά 50% (HR 0,50; 97,5% CI: 0,34 – 0,75; logrank p <0,0001), ενώ  βελτίωσε την ποιότητα ζωής, όπως αξιολογήθηκε μέσω του ερωτηματολογίου SF-36.

Ο Δρ Nazzareno Galiè, από το Ινστιτούτο Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου της Μπολόνια στην Ιταλία, σχολιάζοντας την απόφαση της ΕΕ επεσήμανε ότι «είμαστε όλοι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με την έγκριση της macitentan στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά μπορούμε να προσφέρουμε στους ασθενείς μια θεραπεία που έχει δείξει βελτίωση στην κλινική έκβαση μακροχρόνια, επιδεικνύοντας παράλληλα  σημαντική επίδραση στους ασθενείς χωρίς προηγούμενη θεραπεία, καθώς και σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη ειδική θεραπεία για την ΠΑΥ». 

Η έγκριση της ΕΕ βασίστηκε εν μέρει σε δεδομένα από τη μελέτη ορόσημο Φάσης ΙΙΙ SERAPHIN, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο New England Journal of Medicine τον Αύγουστο του 2013. Η μελέτη SERAPHIN έδειξε ότι η θεραπεία με macitentan 10 mg οδήγησε σε μείωση του κινδύνου κατά 45% (αναλογία κινδύνου [HR] 0,55; 97,5% CI: 0,39 – 0,76; p <0,0001) του σύνθετου καταληκτικού σημείου νοσηρότητας-θνητότητας έως το τέλος της θεραπείας (ΕΟΤ) , σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Πιο αναλυτικά, η μελέτη SERAPHIN (Study with an Endothelin Receptor Antagonist in Pulmonary arterial Hypertension to Improve cliNical outcome) ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος και διάρκεια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη σε ασθενείς με ΠΑΥ που περιέλαβε ένα σαφώς καθορισμένο πρωταρχικό καταληκτικό σημείο νοσηρότητας/θνητότητας. Η μελέτη αναφοράς Φάσης III σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της macitentan έως το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο του πρώτου συμβάντος νοσηρότητας και θνητότητας ανεξαρτήτως αιτίας, σε ασθενείς με συμπτωματική ΠΑΥ.

Η παγκόσμια ένταξη ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2009 με συνολικά 742 ασθενείς. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε 1:1:1 στη λήψη δύο διαφορετικών δόσεων macitentan (3 mg και 10 mg άπαξ ημερησίως) ή εικονικού φαρμάκου. Οι ασθενείς μπορούσαν να ακολουθούν παράλληλα βασική θεραπεία για ΠΑΥ σε όλη τη διάρκεια της μελέτης, είτε με αναστολείς PDE-5 είτε με από του στόματος/εισπνεόμενα προστανοειδή. Αυτή η οδηγούμενη από συμβάντα μελέτη διεξήχθη σε 151 κέντρα 40 χωρών στη Βόρεια και τη Λατινική Αμερική, την Ευρώπη, την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και την Αφρική και ολοκληρώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2012, με 287 ασθενείς να έχουν ένα αξιολογημένο συμβάν.

Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη εικονικού φαρμάκου (n=250), macitentan 3 mg (n=250), ή macitentan 10 mg (n=242). Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε στο 46,4%, 38,0%, και 31,4% των ασθενών της κάθε ομάδας αντιστοίχως. Η αναλογία κινδύνου για το macitentan 3 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 0,70 (97,5% CI, 0,52 έως 0,96, p=0,0108) και η αναλογία κινδύνου για την macitentan 10 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 0,55 (97,5% CI, 0,39 έως 0,76, p<0.0001). Η επιδείνωση της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης ήταν το πιο συχνό συμβάν του πρωταρχικού καταληκτικού σημείου. Η επίδραση της macitentan σε αυτό το καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από τη λήψη παράλληλης βασικής θεραπείας για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στη θεραπεία με macitentan είναι η ρινοφαρυγγίτιδα (14,0%), η κεφαλαλγία (13,6%) και η αναιμία (13,2%). Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι ήπιας έως μέτριας έντασης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, η macitentan εγκρίθηκε από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ στις 18 Οκτωβρίου 2013, για τη θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ, Ομάδα Ι κατά ΠΟΥ) με στόχο την καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου. Η εξέλιξη της νόσου περιλαμβάνει: θάνατο, έναρξη ενδοφλέβιας (IV) ή υποδόριας θεραπείας με προστανοειδή, ή κλινική επιδείνωση της ΠΑΥ (μειωμένη ικανότητα κατά την εξάλεπτη δοκιμασία βάδισης, επιδείνωση συμπτωμάτων της ΠΑΥ και ανάγκη για πρόσθετη θεραπεία της ΠΑΥ). Η macitentan μείωσε επίσης την ανάγκη νοσηλείας για ΠΑΥ.

Επίσης, ο Οργανισμός Υγείας του Καναδά ενέκρινε την macitentan τον Νοέμβριο του 2013, για τη μακροχρόνια θεραπεία της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ, Ομάδα 1 κατά ΠΟΥ), με στόχο τη μείωση της νοσηρότητας σε ασθενείς με συμπτώματα Λειτουργικής Κλάσης ΙΙ ή ΙΙΙ κατά ΠΟΥ, των οποίων η ΠΑΥ είναι είτε ιδιοπαθής είτε κληρονομική, ή σχετίζεται με τη νόσο του συνδετικού ιστού ή συγγενή καρδιοπάθεια.

Οι ρυθμιστικές αξιολογήσεις συνεχίζονται στην Ελβετία, την Αυστραλία, την Ταϊβάν, το Μεξικό, την Κορέα και το Ισραήλ.

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ) είναι μια χρόνια, απειλητική για τη ζωή πάθηση που χαρακτηρίζεται από μη φυσιολογική υψηλή αρτηριακή πίεση στις αρτηρίες μεταξύ της καρδιάς και των πνευμόνων του πάσχοντος. Τα συμπτώματα της ΠΑΥ δεν είναι συγκεκριμένα και μπορεί να ποικίλουν από ήπια δύσπνοια και κόπωση κατά τις φυσιολογικές καθημερινές δραστηριότητες έως σε συμπτώματα της δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας και σοβαρούς περιορισμούς στην ικανότητα άσκησης, και εν τέλει μειωμένο προσδόκιμο ζωής.

Η ΠΑΥ αποτελεί μία από τις ομάδες ταξινόμησης της πνευμονικής υπέρτασης (ΠΥ). Αυτή η ομάδα περιλαμβάνει την ιδιοπαθή και την κληρονομική ΠΑΥ και την ΠΑΥ που προκαλείται από παράγοντες που περιλαμβάνουν τη νόσο του συνδετικού ιστού, τη λοίμωξη HIV και τη συγγενή καρδιοπάθεια.

Την τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας της ΠΑΥ, παράλληλα με την ανάπτυξη θεραπευτικών οδηγιών και νέων θεραπειών. Τα φάρμακα που στοχεύουν στους τρεις λόγους που έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην παθογένεση της ΠΑΥ είναι οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της ενδοθηλίνης (ERAs), οι προστακυκλίνες και οι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5. Η πρόγνωση για τους ασθενείς με ΠΑΥ έχει αλλάξει από βελτίωση των συμπτωμάτων στην ανοχή της άσκησης πριν από 10 χρόνια σε καθυστερημένη εξέλιξη της νόσου σήμερα, χάρη στις θεραπείες της ΠΑΥ. Οι περισσότερες γνώσεις γύρω από τη νόσο και οι τεκμηριωμένες ιατρικές οδηγίες που προέκυψαν από τα δεδομένα τυχαιοποιημένων, ελεγχόμενων κλινικών μελετών έδωσαν έμφαση στην ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση, στοχευμένη θεραπεία και συνδυαστική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Τα ποσοστά επιβίωσης για τους ασθενείς με ΠΑΥ είναι εξαιρετικά χαμηλά, με αποτέλεσμα η ΠΑΥ να παραμένει μια ανίατη νόσος.

ΠΗΓΗ:in.gr