Για επανεμφάνιση της πανούκλας στο μέλλον, προειδοποιούν οι επιστήμονες

57

28/1/2014

Οι δύο θανατηφόρες πανδημίες πανούκλας που έπληξαν το Βυζάντιο και τη μεσαιωνική Ευρώπη, θα μπορούσαν να επανεμφανιστούν, υποστηρίζει επιστημονική ομάδα σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο The Lancet Infectious Diseases.

Κάθε μια από τις δύο πανδημίες πανούκλας, προκλήθηκε από διαφορετικά στελέχη του ίδιου παθογόνου μικροοργανισμού και έγινε αιτία θανάτου εκατομμυρίων ανθρώπων. 

Σήμερα κυκλοφορούν 155 διαφορετικά στελέχη του βακτηρίου Yersinia pestis (που προκαλεί την πανώλη), τα οποία όλα προέρχονται από το θανατηφόρο μεσαιωνικό στέλεχος και αυτό κάνει τους επιστήμονες να πιστεύουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα νέο στέλεχος της πανούκλας (βουβωνικής πανώλης) να προσβάλλει και πάλι τους ανθρώπους. 

Όπως είναι γνωστό, το βακτήριο χρησιμοποιεί τα ποντίκια ως ξενιστές μέχρι να αρχίσει να μεταλλάσσεται και να προκαλέσει κάποια επιδημία. Στην Μαδαγασκάρη καταγράφονται συχνά επιδημίες πανώλης. 

Ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής τους Δρ Χέντρικ Πουινάρ του Πανεπιστημίου Μακ Μάστερ στον Καναδά και Ντέιβ Βάγκνερ του Πανεπιστημίου της Βόρειας Αριζόνα, στις ΗΠΑ, επισημαίνει την ανάγκη διαρκούς εγρήγορσης των υγειονομικών αρχών, καθώς δεν έχουν ακόμη δοθεί απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, όπως γιατί η πιο πρόσφατη πανδημία πανούκλας στην μεσαιωνική Ευρώπη, που το διάστημα 1347 – 1351 εξόντωσε 50 έως 100 εκατομμύρια (σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Ευρώπης) τελικά «έσβησε» μόνη της.

Ακόμα λιγότερα στοιχεία έχουν στην διάθεσή τους οι επιστήμονες για την προέλευση και την αιτία της «πανούκλας του Ιουστινιανού» και κατά πόσο έχει κάποια σχέση με την πανδημία που εμφανίστηκε μετά από περίπου 800 χρόνια. Η πανούκλα του Ιουστινιανού (που, αφού έπληξε την Κωνσταντινούπολη, σκότωσε και τον ίδιο) ξέσπασε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και εκτιμάται ότι οδήγησε στο θάνατο 30 έως 50 εκατομμύρια ανθρώπους (πιθανώς το 25% έως 50% του πληθυσμού της τότε εποχής). Η νόσος σάρωσε την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική, την Αραβική χερσόνησο και μεγάλο μέρος της Ασίας.

Οι ερευνητές κατάφεραν να απομονώσουν δείγματα DNA από τα δόντια δύο θυμάτων της πανούκλας την περίοδο του Βυζαντίου, τα οποία είχαν ταφεί στη νότια Βαυαρία της Γερμανίας μεταξύ 541 και 543 μ.Χ. Πρόκειται για τα αρχαιότερα δείγματα γονιδιώματος από θύματα της πανούκλας, που έχουν μελετηθεί μέχρι σήμερα.

Οι επιστήμονες, αφού «διάβασαν» το γονιδίωμα του θανατηφόρου βακτηρίου, το σύγκριναν με πάνω από 100 πιο σύγχρονα στελέχη του. Η συγκριτική γενετική ανάλυση έδειξε πως το στέλεχος της πανώλης που ήταν υπεύθυνο για την πανούκλα του Ιουστινιανού, ήταν μια ειδική περίπτωση, ένα εξελικτικό «αδιέξοδο» που στη συνέχεια έσβησε τελείως και γι’ αυτό ήταν διαφορετικό από τα στελέχη ενός πιο ανθεκτικού βακτηρίου, που εξελίχτηκαν αργότερα και τα οποία όχι μόνο οδήγησαν στον «Μαύρο Θάνατο» της μεσαιωνικής Ευρώπης, αλλά και στις μετέπειτα πανδημίες της ίδιας λοιμώδους νόσου μέχρι τις μέρες μας.

Η τρίτη και πιο πρόσφατη πανδημία, στα μέσα του 19ου αιώνα, που εξαπλώθηκε με αφετηρία το Χονγκ Κονγκ και σκότωσε περίπου 12 εκατομμύρια ανθρώπους στην Κίνα και την Ινδία (αλλά δεν εξαπλώθηκε στην Ευρώπη), θεωρείται ότι προκλήθηκε από ένα βακτήριο – εξελικτικό απόγονο του στελέχους της μεσαιωνικής πανούκλας, το οποίο αποδείχτηκε πιο ικανό να επιβιώνει, σε σχέση με το αρχαιότερο στέλεχος της εποχής του Ιουστινιανού.

«Γνωρίζουμε ότι το βακτήριο Yersinia pestis μεταφέρθηκε από τα τρωκτικά στους ανθρώπους στη διάρκεια της ιστορίας και ότι τέτοιοι πληθυσμοί τρωκτικών με πανώλη υπάρχουν ακόμα σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου. Αν η πανώλη του Ιουστινιανού μπόρεσε να ξεσπάσει στον ανθρώπινο πληθυσμό, να προκαλέσει μια μαζική πανδημία και μετά να σβήσει, αυτό δείχνει ότι κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί ξανά. Ευτυχώς τώρα έχουμε αντιβιοτικά, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου, πράγμα που λιγοστεύει τις πιθανότητες μιας ακόμα ανθρώπινης πανδημίας μεγάλης κλίμακας», σχολιάζει ο Δρ Βάγκνερ.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η πανούκλα του Ιουστινιανού εμφανίστηκε αρχικά στην Ασία (φθάνοντας στο Βυζάντιο μέσω του «Δρόμου του Μεταξιού»), όμως δεν μπορούν ακόμα να τη συνδέσουν με παλαιότερες επιδημίες, όπως της Αθήνας (το 430 π.Χ.) ή των Αντωνίνων (165 – 180 μ.Χ.). Δεν αποκλείουν πάντως ότι οι επιδημίες αυτές προήλθαν από ξεχωριστά ανεξάρτητα στελέχη του ίδιου βακτηρίου Yersinia pestis.

«Η νέα μελέτη εγείρει το ενδιαφέρον ερώτημα γιατί ένας παθογόνος μικροοργανισμός τόσο πετυχημένος και τόσο θανατηφόρος έσβησε. Μια πιθανότητα είναι ότι οι ανθρώπινοι πληθυσμοί εξελίχτηκαν έτσι ώστε έγιναν λιγότερο ευάλωτοι. Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι οι αλλαγές στο κλίμα κατέστησαν πιο δύσκολη την επιβίωση του βακτηρίου», σχολιάζει ο καθηγητής Έντουαρντ Χολμς του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή