Ελπίς Πατρίδος

19

Ωδή του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), το πρώτο έργο του σπουδαίου ζακυνθινού ποιητή στα ελληνικά, όπως άλλωστε λέει και ο ίδιος στην πρώτη της στροφή: «Ευλαβώς τρέμω/ρίπτω πρώτην βολάν τα δάκτυλα/επί την αργυρόχορδον/πάτριον κιθάρα».

Γράφτηκε το 1819 στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε ο Κάλβος και είναι αφιερωμένη στον κόμητα Γκίλφορδ, ιδρυτή της Ιονίου Ακαδημίας, με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1819 και υπογραφή Α. Κάλβος Ιωαννίδης. Το ποίημα παρέμεινε άγνωστο για πολλά χρόνια έως ότου το ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης ο κύπριος φιλόλογος και ερευνητής Λεύκιος Ζαφειρίου στις 11 Ιουλίου του 2003. Μέχρι τότε ήταν γνωστό μόνο ένα μικρό απόσπασμα, που το είχε δημοσιεύσει ο Ιταλός ελληνιστής Μάριο Βίτι το 1960.

Η πρώτη δημοσίευση της ωδής Ελπίς Πατρίδος έγινε τον Απρίλιο του 2006 στο βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο Βίος και το Έργο του Ανδρέα Κάλβου (εκδόσεις Μεταίχμιο). Σύμφωνα με τον κύριο Ζαφειρίου, η ωδή αυτή του Κάλβου ρίχνει φως σε αρκετά φιλολογικά ερωτήματα σχετικά με το έργο του ποιητή, καθώς αποδεικνύει ότι ο Κάλβος είχε ήδη διαμορφώσει από το 1819 ένα ποιητικό σύστημα, το οποίο θα ακολουθούσε αργότερα, ακόμα και όσον αφορά στη μετρική του. Η μόνη διαφορά είναι ότι στις στροφές αυτής της ωδής έχουμε τέσσερις στίχους, ενώ στις επόμενες ωδές υπάρχουν πέντε.

Στην ωδή Ελπίς Πατρίδος ο Ανδρέας Κάλβος αναφέρεται στην πατρίδα του, την Ελλάδα, μιλά για τα νέφη της δουλείας, τη σκλαβιά και την ελπίδα της ελευθερίας που διατρυπά αυτό το σκοτάδι. Στη συνέχεια ζητά από τη φιλελεύθερη Αγγλία της εποχής του να φυσήξει στην πατρίδα του και να καρποφορήσει το άνθος της ελευθερίας. Κλείνει με τη συγκλονιστική δήλωση ότι καλύτερα να τον βρει ο θάνατος, αν χάσει την ελπίδα του και δεν θα δει να χορεύουν μαζί στην πατρίδα του, την Ελλάδα, όχι μόνο η ελευθερία, αλλά και οι μούσες.