Η αϋπνία επιδεινώνει την καρδιοπάθεια

0

7/6/2013

Ο κακός ύπνος το βράδυ μπορεί να επιδεινώνει την καρδιοπάθεια στις γυναίκες, αναφέρουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο.

Μελετώντας 700 εθελοντές επί πέντε χρόνια, ανακάλυψαν ότι λιγότερες από έξι ώρες ύπνος το βράδυ και, ιδίως, η πολύ πρωινή έγερση, διαδραματίζει «σημαντικό ρόλο» στην αύξηση των επιπέδων της φλεγμονής στις γυναίκες με στεφανιαία νόσο.

Η συσχέτιση μεταξύ κακού ύπνου και υψηλών επιπέδων φλεγμονής δεν παρατηρήθηκε στους άνδρες.

Όπως γράφουν οι ερευνητές στην «Επιθεώρηση Ψυχιατρικής Έρευνας» (JPR), η φλεγμονή είναι μια καλά τεκμηριωμένη γενεσιουργός αιτία της καρδιοπάθειας, αλλά και προάγγελος της καρδιαγγειακής υγείας.

Τα νέα ευρήματα μπορεί να εξηγούν γιατί οι διαταραχές του ύπνου κατ’ επανάληψιν έχουν συσχετισθεί με φθορά της καρδιαγγειακής λειτουργίας και πλέον θεωρείται παράγοντας κινδύνου για στεφανιαία νόσο.

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι ο ρόλος του ύπνου στις μακροπρόθεσμες αυξήσεις των επιπέδων φλεγμονής είναι ισχυρότερος απ’ ό,τι έως τώρα νομίζαμε», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Άρικ Πράδερ, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο.

Οι εθελοντές που συμμετείχαν στην παρούσα μελέτη είχαν μέση ηλικία 65 ετών και έπασχαν από στεφανιαία νόσο, για την οποία ακολουθούσαν φαρμακευτική αγωγή. Όλοι τους συμπλήρωσαν επίσης ειδικά ερωτηματολόγια για τον ύπνο τους κατά την έναρξη της μελέτης, καθώς και στο τέλος της πενταετίας.

Οι ερευνητές τους υπέβαλλαν επίσης σε εξετάσεις αίματος για να καταγράψουν τα επίπεδα τριών δεικτών φλεγμονής (της ιντερλευκίνης-6, της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης ή CRP, και του ινωδογόνου) στον οργανισμό τους:

Όπως διαπίστωσαν, η κακή ποιότητα ύπνου σχετιζόταν με αύξηση των επιπέδων αυτών των βιοδεικτών στις γυναίκες, αλλά όχι στους άντρες.

Στην πραγματικότητα, όσες γυναίκες ανέφεραν ότι δεν κοιμόντουσαν αρκετά και καλά είχαν 2,5 φορές μεγαλύτερη αύξηση σε αυτούς τους δείκτες απ’ ό,τι οι άντρες με ανάλογες δυσκολίες στον ύπνο τους.

Η συσχέτιση ύπνου-φλεγμονής στις γυναίκες ίσχυε ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπ’ όψιν άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να την επηρεάσουν, όπως ο τρόπος ζωής, τα φάρμακα και η λειτουργία της καρδιάς.