Σαξόφωνο

2

Το σαξόφωνο είναι το νεώτερο από τα πνευστά όργανα, αφού ανακαλύφθηκε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1840 από τον Βέλγο οργανοποιό Αντόλφ Σαξ (1814-1894), από τον οποίο έλαβε το πρώτο συνθετικό του ονόματος του. Το δεύτερο συνθετικό προέρχεται από την ελληνική λέξη «φωνή». Ο Σαξ κατοχύρωσε την εφεύρεσή του στις 17 Μαΐου του 1846.

Το σαξόφωνο, αν και κατασκευασμένο από ορείχαλκο, υπάγεται στα λεγόμενα ξύλινα όργανα της ορχήστρας, αφού ο τρόπος παιξίματός του μοιάζει αρκετά με του κλαρινέτου. Μάλιστα, πολλοί κλαρινετίστες παίζουν και σαξόφωνο. Το σαξόφωνο αποτελείται από ένα κωνικό σωλήνα, με γυριστή την καμπάνα προς τα επάνω (μόνο το σοπράνο σαξόφωνο είναι σε ευθεία γραμμή), έχει 24 οπές με κλειδιά και κινητό επιστόμιο, όπως του κλαρινέτου. Υπάρχουν 7 είδη σαξόφωνου εν χρήσει, ανάλογα με τον τονισμό τους: σοπρανίνο, σοπράνο, άλτο, τενόρο, βαρύτονο, μπάσο και κοντραμπάσο.

Στην αρχή, το σαξόφωνο χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τις στρατιωτικές μπάντες, ενώ οι συνθέτες της ρομαντικής περιόδου της μουσικής σχεδόν το αγνόησαν, παρότι είναι ένα ευέλικτο όργανο, που γεφυρώνει τα ηχοχρώματα των χάλκινων και ξύλινων πνευστών. Γι’ αυτό τον λόγο δεν  κατάφερε να μονιμοποιηθεί στη συμφωνική ορχήστρα. Μόνο κάποιοι Γάλλοι συνθέτες, όπως οι Ραβέλ, Μπιζέ, Σεν Σανς και Μπερλιόζ εκτίμησαν τις δυνατότητες και το ενέταξαν στη μουσική τους παλέτα.

Το σαξόφωνο έκανε κυριολεκτικά την τύχη του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τον 20ο αιώνα, όταν έγινε συνώνυμο της τζαζ. Ανέδειξε σπουδαίους σολίστες, όπως οι Κόλμαν Χόκινς, Τσάρλι Πάρκερ, Λέστερ Γιανγκ, Τζον Κολτρέιν και Σόνι Ρόλινς. Η επιτυχία αυτή του σαξόφωνου άλλαξε τη διάθεση πολλών συνθετών απέναντί του και η εργογραφία του οργάνου άρχισε να εμπλουτίζεται με ταχύτατους ρυθμούς.

 

Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα έχουν γραφτεί για τον «κλασικό» σαξοφωνίστα Θεόδωρο Κερκέζο (γ. 1962), που θεωρείται από τα μεγαλύτερα ονόματα του οργάνου παγκοσμίως