DNA Τεστ πατρότητας: Παράγοντες που καθορίζουν την εγκυρότητά του

4

22/2/2013

Το DNA τεστ πατρότητας διερευνά το κατά πόσο ένας άνδρας είναι ο βιολογικός πατέρας ενός ή περισσότερων τέκνων. Το πιο σύνηθες τεστ περιλαμβάνει το τέκνο και τον υποτιθέμενο πατέρα. Η λήψη δείγματος από τη μητέρα είναι επιθυμητή, όχι όμως και αναγκαία. Σε ειδικές περιπτώσεις, περισσότερες αναλύσεις ή και έλεγχος επιπλέον ατόμων μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω την εγκυρότητα του τεστ.

Στη δειγματοληψία το σύνηθες βιολογικό υλικό που λαμβάνεται είναι το σάλιο, λόγω της ευκολίας στη λήψη του σε συνδυασμό με τα έγκυρα αποτελέσματα που δίνει. Άλλα πιθανά βιολογικά υλικά για απομόνωση DNA είναι αίμα, σπέρμα, τρίχες, ή διάφορες εκκρίσεις ενώ δυνατή είναι και η απομόνωση και από οποιοδήποτε υπόβαθρο (τσίχλα, αποτσίγαρο, ποτήρι, οδοντόβουρτσα, ύφασμα κτλ). Επίσης είναι δυνατή η απομόνωση DNA και σε νεκρούς με λήψη συνήθως από τμήμα μακρού οστού, για παράδειγμα του μηριαίου.

Τι πρέπει να προσέξουν οι ενδιαφερόμενοι για ένα τέτοιο τεστ;

Πως μπορούν να εξασφαλίσουν την εγκυρότητα ενός αποτελέσματος; Τρείς είναι κυρίως οι παράγοντες που συμμετέχουν σε μία τέτοια διαδικασία και άρα δύναται να επηρεάσουν την εγκυρότητα μίας τέτοιας εξέτασης: οι επιστήμονες, το εργαστήριο και οι διαδικασίες που ακολουθούνται.

Οι επιστήμονες θα πρέπει να είναι εξειδικευμένοι έτσι ώστε να καθοδηγήσουν τους ενδιαφερόμενους σωστά ώστε να πραγματοποιήσουν μία έγκυρη δειγματοληψία και να εξασφαλίσουν ότι το δείγμα θα φτάσει στο εργαστήριο σε άριστη κατάσταση. Ο ειδικός ιατρός σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο ιατροδικαστής ο οποίος, πέρα από τον προφανή ρόλο του σε λήψη δείγματος από νεκρό, έχει ιδιαίτερα σημαντική συμβολή και στην αντίστοιχη διαδικασία σε ζώντες. Ο ιατροδικαστής μπορεί επιπλέον να συντονίσει συνολικά μία διαδικασία αλλά και να εκτιμήσει ορθά τα τελικά αποτελέσματά της. Απαραίτητη κρίνεται και η συμμετοχή του γενετιστή ο οποίος έχει τη βασική ευθύνη της ανάλυσης των δειγμάτων ενώ είναι δυνατόν να συμβάλει και στα υπόλοιπα στάδια της διαδικασίας. Ένα σημαντικό πρόβλημα στη χώρα μας είναι ότι δεν υπάρχει θεσμικά κατοχυρωμένος ρόλος γενετιστή με αποτέλεσμα οι ενδιαφερόμενοι, πριν απευθυνθούν σε έναν «ειδικό», να πρέπει να διερευνήσουν οι ίδιοι την επάρκειά του.

Το εργαστήριο ανάλυσης του DNA έχει καθοριστική σημασία για την ποιότητα και αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Στις μέρες μας, ευτυχώς, υπάρχει μια πληθώρα εργαστηρίων εντός και εκτός της χώρας. Το σημαντικό κριτήριο στην επιλογή του εργαστηρίου είναι αυτό να εφαρμόζει τους κανόνες που ορίζει η επιστήμη για την επεξεργασία και ανάλυση των δειγμάτων και να διαθέτει το κατάλληλο προσωπικό. Ένας σχετικά έγκυρος δείκτης της φερεγγυότητας ενός εργαστηρίου είναι η πιστοποίησή του. Η πιστοποίηση θα πρέπει να προέρχεται από κάποιον έγκυρο και εξειδικευμένο φορέα (ISO, AABB, FDA κτλ). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε εργαστήρια που εσκεμμένα δηλώνουν ότι ακολουθούν τις διαδικασίες μίας συγκεκριμένης πιστοποίησης χωρίς όμως να είναι πράγματι πιστοποιημένα.

Ο τελευταίος παράγοντας όπως ειπώθηκε είναι οι διαδικασίες. Οι διαδικασίες είναι: Δειγματοληψία- Αποστολή- Επεξεργασία- Ανάλυση- Αποτέλεσμα- Εκτίμηση του αποτελέσματος. Όπως ήδη επισημάνθηκε το εργαστήριο είναι υπεύθυνο για κάποιες από αυτές, ενώ για τις υπόλοιπες συμβολή έχουν οι επιστήμονες που αναφέρθηκαν. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις για τις οποίες για παράδειγμα η δειγματοληψία γίνεται με ευθύνη του ενδιαφερόμενου (τα λεγόμενα ανεπίσημα τεστ) όμως και εκεί θα πρέπει να υπάρχει η καθοδήγηση από τον ειδικό επιστήμονα που οφείλει να ενημερώνει για τις συνέπειες και τους περιορισμούς μίας τέτοιας εξέτασης.

Το DNA τεστ πατρότητας γίνεται συνήθως γιατί υπάρχει μία αμφιβολία ως προς τη συγγενική σχέση. Αυτό που θα πρέπει να προσέξει ο κάθε ενδιαφερόμενος είναι, με την επιλογή συγκεκριμένων επιστημόνων και εργαστηρίου, να εκμηδενίσει αυτές τις αμφιβολίες. Αντίθετα, με μία λάθος επιλογή μπορεί στο τέλος να έχει μεγαλύτερη αβεβαιότητα και από την αρχική.